Κλείνουμε ένα κύκλο τριών δημοσιευμάτων (το πρώτο εδώ και το δεύτερο εδώ) για το έργο αλλά και την τόνωση της ιστορικής μνήμης αναφορικά με τον μεγάλο παιδαγωγό και οραματιστή Μίλτο Κουντουρά, με τη δημοσιοποίηση δύο ενδιαφερόντων εγγράφων και μιας ιστορικής ομιλίας.

Τα έγγραφα μας παραχώρησαν ο μηχανολόγος-μηχανικός και δημοσιογράφος Λίνος Κουντουράς, γιος του σπουδαίου δασκάλου, καθώς και η σύντροφός του Ευαγγελία Καπετάνου, διευθύντρια ενός από τα πρώτα σχολεία στην χώρα που έσπευσαν ν’ αποκτήσουν ιστορική επωνυμία (εν προκειμένω το 3ο ενιαίο λύκειο Νέας Φιλαδέλφειας που πλέον λέγεται «Μίλτος Κουντουράς»). Το τρίπτυχο των σημερινών δημοσιευμάτων κλείνει η παράθεση μιας ιστορικής ομιλίας του Μίλτου Κουντουρά στη Μυτιλήνη.

Συγκίνηση, δέος, μνήμες που ξεπηδούν από παντού, αλλά και βαθύτατη θλίψη είναι οι «γεύσεις» που σφραγίζουν το τρίπτυχο των αναφορών μας στον Μίλτο Κουντουρά. Μα πίσω τους στέκει αμείλικτη η αναγκαιότητα ενός (άνισου στις ζοφερές εποχές μας) αγώνα που πρέπει να δοθεί μέχρι τέλους, ώστε «να λάβουν τα όνειρα εκδίκηση» καθώς επιτάσσει ο με ρίζες στη Λέσβο αξεπέραστος Οδυσσέας Αλεπουδέλλης ή Ελύτης…

«Αξνετοι κοσαντες κωφοσιν οκασι»

Οι εναγώνιες και κοπιώδεις προσπάθειες των επιγόνων του Μίλτου Κουντουρά για τη διάσωση του απαράμιλλου έργου του, αλλά και τη στέγαση και ανάδειξη μιας σπουδαίας κληρονομιάς, φέρνουν στο νου του γράφοντα τα λόγια του Ηράκλειτου: «Αξύνετοι ἀκούσαντες κωφοῖσιν ἐοίκασι· φάτις αὐτοῖσιν μαρτυρεῖ παρεόντας ἀπεῖναι. Οὐ γὰρ φρονέουσι τοιαῦτα πολλοί, ὁκόσοι ἐγκυρεῦσιν, οὐδὲ μαθόντες γινώσκουσιν, ἑωυτοῖσι δὲ δοκέουσι» (Όταν ακούν δεν καταλαβαίνουν και γι’ αυτό μοιάζουν με κουφούς. Σ’ αυτούς ταιριάζει η παροιμία “παρόντες απουσιάζουν”. Ούτε σκέφτονται οι πιο πολλοί απ’ τους ανθρώπους πάνω σ’ αυτό που συναντούν ούτε κι όταν το μάθουν το γνωρίζουν, αλλά το φαντάζονται).

Στις προηγούμενες δύο αναφορές μας, γράφαμε για το ανεκπλήρωτο μέχρι σήμερα όνειρο του Λίνου Κουντουρά και της Ευαγγελίας Καπετάνου. Μία –από τις πολλές, που ακόμα περιμένουν ένα… σινιάλο ανταπόκρισης- απολύτως ενδεικτική και διαφωτιστική επιστολή είναι και αυτή που με ημερομηνία 28 Μαΐου 2009, ο γιος του μεγάλου οραματιστή απευθύνει προς τον τότε νομάρχη Λέσβου κ. Βογιατζή, τον βουλευτή Λέσβου κ. Σηφουνάκη και τον δήμαρχο Γέρας κ. Ζαμτράκη, με κοινοποίηση στον κ. Ξωχέλη και στην κ. Καπετάνου και την οποία παραθέτουμε αυτούσια:

«Κύριε Βογιατζή, κύριε Σιφουνάκη, κύριε Ζαμτράκη,

Δεν είναι καινούργιος ο προβληματισμός μου για την μελλοντική τύχη των βιβλίων και των χειρογράφων του πατέρα μου, Μίλτου Κουντουρά. Υπερήλικας (μεγαλώνοντας) πλέον και εγώ ο ίδιος, θέλω να τα εξασφαλίσω ώστε να αποτελούν ένα συγκεντρωμένο και προσβάσιμο υλικό για κάθε ενδιαφερόμενο και στις επόμενες γενεές, ιδιαίτερα όταν τα περισσότερα είναι για την Ελλάδα του σήμερα, απλησίαστοι ακόμα… “νεωτερισμοί”. Η μητέρα μου, μέχρι τον θάνατό της προ τριών ετών, διαφύλαξε τα πάντα ανέπαφα στο πατρικό μας σπίτι. Έπιπλα, το ραδιόφωνο, η φωτογραφική μηχανή, τα χειρόγραφα και τα βιβλία του Μίλτου Κουντουρά, παρέμειναν ανέπαφα μέσα από την κατοχή, την πείνα της Αθήνας και τον εμφύλιο. Είναι δε αδιαμφισβήτητο ότι τίποτε από όσα άφησε ο πατέρας μου δεν θα υπήρχε σήμερα και μάλιστα συγκεντρωμένο, αν βρισκόταν υπό κρατική μέριμνα. Χαρακτηριστικό άλλωστε είναι πως ορισμένα αρχεία από αυτά, που εκείνη δάνειζε για μελέτη και ενημέρωση, δεν μας επιστράφηκαν. Τα αναζητούμε μέχρι σήμερα ώστε να ολοκληρωθεί και πάλι το αρχείο, όπως είχε διαφυλαχθεί μέσα από τον πόλεμο και τον εμφύλιο.

Με τις σκέψεις αυτές, παραχώρησα τα πνευματικά δικαιώματα και το χειρόγραφο προσωπικό του αρχείο, με συμβολαιογραφική πράξη στην κα Ευαγγελία Καπετάνου, που φροντίζει με μεγάλη επιτυχία την προβολή τους εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία. Παραμένει όμως το ερώτημα πού θα διαφυλαχθούν όλα αυτά. Αν ήμασταν στη Γερμανία, όπου με κρατικά χρήματα κάθε σπίτι επώνυμου του παρελθόντος μετατρέπεται σε μουσείο, το πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Ακόμα και στην Ουγγαρία είδαμε να διαφυλάσσουν με μεγάλο σεβασμό κάθε παλαιότερο αντικείμενο που βρέθηκε στα χέρια τους και να στέλνουν εκεί τους τουρίστες. Ως και μουσείο χοιροτροφίας ή μουσείο με μερικές φωτογραφικές μηχανές (περισσότερες έχω εγώ προσωπικά) διατηρούν και επιδεικνύουν. Ένα παρόμοιο προβληματισμό έχει και ο πολύ αξιόλογος συμπατριώτης μας κ. Ξωχέλλης. Θέλει και αυτός να διαφυλάξει για τις επόμενες γενεές τα πολυάριθμα βιβλία του σε μια βιβλιοθήκη. Έχοντας στο μυαλό μας την ατυχή εξέλιξη της δωρεάς των βιβλίων του κ. Κακριδή σε ένα σχολείο υπό κρατική μέριμνα, αλλά και τη διασπορά των βιβλίων της “βιβλιοθήκης Μίλτου Κουντουρά” που δημιουργήθηκε από τις μαθήτριές του. Οι μαθήτριες με χρήματα από τις πωλήσεις του βιβλίου που εξέδωσαν με τίτλο “Μίλτος Κουντουράς, Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης”, αγόρασαν ένα μεγάλο αριθμό βιβλίων κάθε είδους και δημιούργησαν δύο βιβλιοθήκες στην γενέτειρά του, τον Σκόπελο Γέρας. Μία στο Πολύκεντρο της τότε κοινότητας Σκοπέλου όπου τοποθέτησαν και προτομή του Μίλτου Κουντουρά και μια στο δημοτικό σχολείο του χωριού. Τα περισσότερα βιβλία δωρίθηκαν στην πρώτη, η οποία ονομάστηκε “Βιβλιοθήκη Μίλτου Κουντουρά” και έγινε με τη συμπαράσταση της κοινότητας Σκοπέλου και του συμπατριώτη μας κ. Γιώργου Πατούνη, ο οποίος δώρισε και ένα οικόπεδό του για το σκοπό αυτό.

Με τις αλλαγές του “Καποδίστρια”, τα βιβλία της βιβλιοθήκης διασκορπίστηκαν από την τοπική αυτοδιοίκηση ενώ η σημερινή δημοτική αρχή δημιούργησε ένα Πνευματικό Κέντρο στο οποίο θα μεταφέρει ή μετέφερε τα υπόλοιπα των βιβλίων, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την εξαφάνιση του ονόματος του Μίλτου Κουντουρά από την βιβλιοθήκη. Δεν υπήρξε δηλαδή κανένας σεβασμός στην προσφορά αυτών των σεβάσμιων κυριών, που ως συνταξιούχες διδασκάλισες, έγραψαν ένα βιβλίο, πούλησαν τα αντίτυπα με δικές τους προσπάθειες, έκαναν έτσι ευρύτερα γνωστό ένα Μυτιληνιό που άφησε εποχή και μένει μέχρι σήμερα ανεπανάληπτος, αγόρασαν βιβλία με τις εισπράξεις τους, πλήρωσαν οι ίδιες την προτομή του, χάρισαν τα βιβλία και την προτομή στη γενέτειρά του και στο δημοτικό σχολείο της και δεν ζήτησαν παρά την ονομασία της βιβλιοθήκης στο όνομα του δασκάλου τους. Οι κυρίες ακόμα ζουν (όχι όλες δυστυχώς), αλλά ήδη η τοπική αυτοδιοίκηση -δηλαδή το κράτος- προσπαθεί να σβήσει την ιστορία αυτή από τις μνήμες και να εκμεταλλευτεί τη δωρεά για να επιδείξει δικό του έργο!

Για όλα αυτά σκεφτήκαμε να ενώσουμε τις προσπάθειές μας για μια διαχρονικότερη και αποτελεσματικότερη εξασφάλιση των δικών μας βιβλίων. Ίσως ακόμα και αυτών του κ. Κακριδή. Σκεφτήκαμε ότι θα πρέπει να βρούμε έναν χώρο και ότι θα πρέπει να υπάρχει σε αυτόν κάποιοι ή κάποιος που θα τον λειτουργεί, δηλαδή θα τον φυλάει, θα τον ελέγχει και θα εξυπηρετεί τους επισκέπτες. Δεν έχουμε όμως την οικονομική επιφάνεια που θα μας επέτρεπε να αγοράσουμε ένα οίκημα και να επωμισθούμε τα έξοδα λειτουργίας, για έναν ουσιαστικά κοινωφελή σκοπό. Όμως μια τέτοια βιβλιοθήκη και μάλιστα στο Σκόπελο της Γέρας, θα είχε τεράστια πλεονεκτήματα για την περιοχή: Θα συγκέντρωνε πολλούς ενδιαφερόμενους ερευνητές δημιουργώντας τουρισμό διαφορετικού επιπέδου. Θα αναβάθμιζε το επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων των επισκεπτών με τους φιλοξενούντες και θα ήταν κάποιο θετικό κίνητρο για τους νέους, προκειμένου να ασχοληθούν με περισσότερο πνευματικά ζητήματα. Ο Σκόπελος και η Γέρα ενδείκνυνται για κάτι τέτοιο. Έχω διαπιστώσει μετά από πολυετείς επαγγελματικές επισκέψεις μου σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, ότι το επίπεδο των κατοίκων της Λέσβου είναι πολύ υψηλότερο από τις περισσότερες περιοχές της περιφέρειας. Ακόμα και άνθρωποι που δεν έτυχαν ανωτέρας εκπαίδευσης, έχουν φιλολογικά ενδιαφέροντα και φιλοσοφικές αναζητήσεις εκεί που αλλού επικρατεί μόνο το ποδόσφαιρο και το σκυλάδικο. Παράλληλα μας στενοχωρεί η διαπίστωση ότι με την επίδραση της τηλεόρασης, της εύκολης μετακίνησης και του internet, η νεολαία προσαρμόζεται σταδιακά όλο και περισσότερο στα αμερικάνικα πρότυπα της εποχής μας: Στην ισοπέδωση των προσωπικοτήτων και την ένταξη του ατόμου στην κατευθυνόμενη αγέλη. Ίσως να βοηθήσει η προσπάθειά μας λοιπόν αυτή στη διατήρηση της θετικής ιδιαιτερότητας της Λέσβου. Το ερώτημα βέβαια είναι αν και κατά πόσο θέλει τη διατήρηση αυτή η τοπική αυτοδιοίκηση και το πολιτικό μας σύστημα, που εκφράζεται μέσα από τις ενέργειες των αιρετών μας αρχόντων.

Τι ζητάμε λοιπόν και τι απαιτείται για να πραγματοποιηθεί ο τελικός μας στόχος: Η βιβλιοθήκη θα ιδρυθεί ως μια ιδιωτική εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Η ανάμειξη οποιουδήποτε κρατικού φορέα είναι απορριπτέα, για λόγους που έχουν επανειλημμένα αναλυθεί και που μπορούν να επεξηγηθούν και πάλι αν χρειαστεί. Απαιτείται ένας χώρος ιδιοκτησίας της μη κερδοσκοπικής εταιρείας. Απαιτείται η συμβολή στα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης της βιβλιοθήκης. Θα μπορούσαν τα παραπάνω να καλυφθούν από κάποιους σπόνσορες, από την τοπική αυτοδιοίκηση ή από το κράτος. Ίσως υπάρχουν και δυνατότητες χρηματοδότησης από κάποιο πρόγραμμα της Ε.Ε. (και είναι πολλά προγράμματα που χάνονται επειδή δεν μπορεί η Ελλάδα να τα αξιοποιήσει).

Τι θα θέλαμε να προσφέρει η βιβλιοθήκη; Ένα χώρο για τα βιβλία. Ένα χώρο μελέτης και εργασίας, με δυνατότητες κάποιου αναψυκτικού, ποτού, καφέ κλπ. Ίσως -αλλά όχι αναγκαία- και τη δυνατότητα φαγητού. Θα μπορούσε εξίσου όχι αναγκαία να υπάρχουν και δωμάτια για τη διαμονή των ερευνητών ή όσων θα ήθελαν να συνδυάσουν το διάβασμα με ολιγοήμερες διακοπές. Το νησί μας άλλωστε προσφέρεται για διακοπές. Την ατμόσφαιρα της εποχής του 1900 με 1930, που διατηρήθηκε μέσα από τα βιβλία και τα χειρόγραφα προσωπικά αρχεία της οικογένειας Μίλτου Κουντουρά. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν αυτά τα ευρήματα για όλους μας, φαίνεται ακόμα και μόνο από ένα άρθρο το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Γέρα” και αναφέρεται στην απελευθέρωση του νησιού από τους Τούρκους. Ζητάμε λοιπόν έναν χώρο που θα παραχωρηθεί ανεπιστρεπτί στην μη κερδοσκοπική εταιρεία για να στεγαστούν τα παραπάνω. Ο χώρος θα πρέπει να καλύπτει τις παραπάνω ανάγκες όσο ευρύτερα γίνεται, ώστε να μην αποδειχθεί αργότερα ανεπαρκής. Θα μπορούσε να είναι και ένα από τα υπό κατάρρευση παλαιά οικήματα που αφθονούν δυστυχώς στο Σκόπελο (στην ανάγκη μόνο γενικότερα στη Γέρα) και το οποίο θα επισκευαζόταν και θα διαμορφωνόταν αναλόγως. Ως πολύ κατάλληλο χώρο θεωρώ το “Πρόβασμα”. Σήμερα και μετά από πολλά πειράματα αξιοποίησής του, νοικιάζεται με σχετικά χαμηλό ενοίκιο (με το οποίο σίγουρα δεν σώζεται ο δήμος) και υπολειτουργεί, τόσο ως καφετέρια όσο και ως προς τα ενοικιαζόμενα δωμάτια. Σε αυτό τον χώρο θα μπορούσε να δημιουργηθεί η βιβλιοθήκη, το μικρό μουσείο, ο χώρος μελέτης και παράλληλα να υπάρχουν δωμάτια προς ενοικίαση. Θα μπορούσε επίσης να παραμείνει ο (πολύ καλός από ό,τι διαπιστώσαμε) ένοικος της καφετέριας, με χαμηλότερο όμως ενοίκιο (ή και καθόλου) αφού δεν θα εισπράττει από τα δωμάτια ώστε να καλύπτεται με τον καλύτερο τρόπο, τόσο η προσφορά αναψυκτικών κλπ. όσο και η στοιχειώδης φύλαξη, ενώ θα μπορούσε να βρεθεί από την ίδια οικογένεια και το άτομο που θα λειτουργεί τη βιβλιοθήκη. Για τη συγκεκριμένη λειτουργία ο χώρος είναι σπάνιας ομορφιάς, ειδικά για συγκεκριμένου επιπέδου ξένους, ενώ είναι αρνητικός για να προσελκύσει τους γηγενείς, πράγμα που έχει περίτρανα αποδειχθεί με τα διάφορα πειράματα αξιοποίησής του που επιχειρήθηκαν μέχρι σήμερα. Σπόνσορες και ενδιαφέρον για την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη υπάρχει. Θα δώσουμε όμως προτεραιότητα στο Σκόπελο, στη Γέρα και μετά στη Μυτιλήνη, αλλά μόνο αν διαπιστώσουμε αδιαφορία για το νησί μας θα διερευνήσουμε τις άλλες προοπτικές.

Με εκτίμηση, Λίνος Κουντουράς».

Το όραμα και μία ακόμη… προς πουθενά επιστολή

Με τον τίτλο «Κέντρο εκπαιδευτικής έρευνας και όχι μόνο», ο Λίνος Κουντουράς επανέρχεται στις 20 Οκτωβρίου 2010 με νέα ενδιαφέροντα στοιχεία, αλλά –φευ!- εις μάτην:

«Ο καθένας μας όταν αγαπάει ειλικρινά ένα μέρος και τους ανθρώπους του, κάνει κάποια όνειρα για τον τόπο. Θέλει να του προσφέρει, θέλει να τον βλέπει να ομορφαίνει, να αναβαθμίζεται πολιτισμικά, να προβάλλονται οι καλλιτέχνες του, να αποκαθίστανται τα μνημεία του, να δημιουργούνται κέντρα πνευματικής ανύψωσης των κατοίκων και γενικά να εξελίσσεται έτσι ώστε να προσελκύει ξένους ή τουρίστες υψηλού πνευματικού επιπέδου, η σχέση των οποίων με τους κατοίκους θα αποβαίνει εκατέρωθεν ευεργετική. Πιστεύω ότι το ίδιο επιθυμούν και όσοι εκλέγονται δήμαρχοι ή περιφερειάρχες, αφού καλούνται να διαχειριστούν και να πετύχουν για το καλό και την ανάπτυξη του τόπου μας, όσα εμείς δεν μπορούμε. Επανέρχομαι λοιπόν σε κάποια παλαιότερη πρότασή μου και την επαυξάνω με μια επιπλέον λειτουργία, που θα μπορούσε άμεσα να υλοποιηθεί στο πλαίσιο της νέας δομής διακυβέρνησης της Λέσβου που δημιουργείται με τον “Καλλικράτη”. Ας αποτελέσει άλλωστε ο περίφημος αυτός αρχιτέκτονας και πρόγονός μας, το μοντέλο μιας νέας πολιτιστικής προσπάθειας, αντάξιάς του.

Η πρώτη πρόταση αφορά τη δημιουργία ενός Κέντρου Εκπαιδευτικού Βιβλίου, όπου θα στεγάζεται μια βιβλιοθήκη με πλήθος εκπαιδευτικών κυρίως βιβλίων, τα οποία ανήκουν στον γνωστό συμπατριώτη μας, καθηγητή Πανεπιστημίου κ. Παναγιώτη Ξωχέλλη και τα οποία προτίθεται να διαθέσει για τη δημιουργία ακριβώς αυτού του Κέντρου. Βιβλία θα διατεθούν επίσης και από τον υπογράφοντα, ως προσφορά από την οικογενειακή βιβλιοθήκη του Γεραγώτη παιδαγωγού Μίλτου Κουντουρά, αλλά ενδεχομένως και από άλλες πηγές (βλέπε και την συνημμένη επιστολή). Στον χώρο του Κέντρου Εκπαιδευτικού Βιβλίου, πέραν της βιβλιοθήκης θα πρέπει να υπάρχει ένα αναγνωστήριο με δανειστική βιβλιοθήκη, αλλά θα μπορούσαν ενδεχομένως να διατίθενται και δωμάτια διαμονής των μελετητών.

Η δεύτερη πρόταση αφορά τους ζωγράφους της Γέρας. Είναι εντυπωσιακά πολλοί σε σχέση με τη μικρή περιφέρεια στην οποία γεννήθηκαν ή/και ζουν. Άλλοι είναι διεθνώς γνωστοί, άλλοι λιγότερο ή και καθόλου, ορισμένοι σπουδασμένοι με τεχνοτροπία που ταυτίζεται με τα ισχύοντα της εποχής μας και άλλοι ναϊφ, αυτοδίδακτοι, με πάθος που τους δίνει τη δύναμη να κουράζονται μετά τη δουλειά τους, ζωγραφίζοντας μέχρι αργά το βράδυ. Το ελληνικό κράτος, ως γνωστόν, περιμένει να γίνει κάποιος αποδεκτός και να τιμηθεί στο εξωτερικό, πριν αποφασίσει να συνδράμει, αν ποτέ το αποφασίσει. Απτό παράδειγμα ο Θεόφιλος και τα έργα του. Έχουμε άλλωστε βιώσει όλοι μας ποιες προτεραιότητες είχε τα τελευταία χρόνια το υπουργείο Πολιτισμού και ιδιαίτερα τα στελέχη του. Πιστεύω λοιπόν ότι θα μπορούσαμε εδώ στη Λέσβο, αντί να περιμένουμε να ανακαλυφθούν μετά θάνατον οι ζωγράφοι μας από τους Ευρωπαίους, να δημιουργήσουμε μια διαρκή έκθεση πινάκων ζωγραφικής όλων των καλλιτεχνών της Γέρας, στην οποία θα εκθέτουν όσα έργα τους θέλουν και θα τα αντικαθιστούν κατά βούληση. Δίδεται έτσι η ευκαιρία σε ντόπιους αλλά και σε ξένους, να γνωρίσουν τους ζωγράφους μας και να αγοράσουν έργα τους. Άλλωστε η ύπαρξη και μόνο της μόνιμης αυτής έκθεσης θα συντελέσει και στην τουριστική μας ανάπτυξη, αφού θα προσφέρει -πέραν του μπάνιου και της ταβέρνας- ένα ενδιαφέρον πολιτιστικό δρώμενο. Είναι κρίμα να μαθαίνουμε ότι πολλοί καλλιτέχνες μας φυτοζωούν επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα να εκθέσουν στις Αθηναϊκές γκαλερί, οι οποίες επιλέγουν τους καλλιτέχνες με μόνο κριτήριο το αναμενόμενο εμπορικό κέρδος.

Κατοικώντας για αρκετά μεγάλα διαστήματα στη Γέρα, διαπίστωσα όπως και εσείς γνωρίζετε, ότι υπάρχουν αρκετά πολύ μεγάλα παλαιά κτίσματα στο Πέραμα και αλλού. Παλαιά ελαιοτριβεία, σαπωνοποιεία κλπ, ακόμα και το παλαιό τούρκικο παρθεναγωγείο του Σκοπέλου το οποίο αναφέρω και στην συνημμένη επιστολή μου. Είναι όμως πολύ απογοητευτικό να βλέπουμε να γκρεμίζονται τα κτήρια αυτά -τα οποία αποτελούν πολιτιστική μας κληρονομιά- ή να στεγάζουν στριπτιζάδικα, εστιατόρια, μπαράκια και άλλα τέτοια. Έτσι το Πέραμα, θα χάσει σε λίγο τη χαρακτηριστική του όψη και θα προσαρμοστεί στα νεοελληνικά πρότυπα με τις κακότεχνες κατασκευές, τις αλουμινοκατασκευές, τις αλουμινένιες τζαμαρίες και τα πλαστικά παραπετάσματα. Με αυτές τις επιλογές, η Γέρα θα έχει την ίδια εξέλιξη που είχε τα τελευταία χρόνια η Λούτσα, το Τολό και πολλές άλλες περιοχές της πατρίδας μας, οι οποίες από παραδείσιες κατάντησαν επισκέψιμες μόνο από Βαλκάνιους τουρίστες.

Η πρότασή μου λοιπόν είναι, αν δεν μπορούμε να βρούμε μια χρηματοδότηση για να επισκευαστούν τα παλιά σαπωνοποιεία και να μετατραπούν σε ειδικού τύπου ξενοδοχεία για πελάτες διαφορετικούς από τα συνήθη, ας επιλεγεί τουλάχιστον ένα από αυτά για να στεγάσει το Κέντρο Εκπαιδευτικού Βιβλίου και μαζί με αυτό την μόνιμη έκθεση έργων ζωγραφικής και εικαστικής τέχνης. Εάν παράλληλα στεγάζει και μια καφετέρια, θα καλυφθεί ευκολότερα η ανάγκη κάποιας επιτήρησης. Αν τα παραπάνω δεν είναι εφικτά και η αξιοποίηση ενός παλαιού μεγάλου κτίσματος υπερβαίνει τις οικονομικές δυνατότητες του νέου υπερμεγέθους δήμου, παρ’ όλο το μέγεθός του και τις αυξημένες δυνατότητες του “Καλλικράτη”, τότε ας περιοριστούμε στο μικρότερο κτίσμα που υπάρχει στο Πρόβασμα, όπως προτείνεται στην συνημμένη επιστολή».

Μια ιστορική ομιλία

Τέλος, παραθέτουμε την εξόχως ενδιαφέρουσα ομιλία του Λίνου Κουντουρά στην εκδήλωση μνήμης Μίλτου και Ιωάννη Κουντουρά, που έγινε στον Σκόπελο Γέρας της Μυτιλήνης στις 14 Ιουλίου του 2010. Την εκδήλωση συνδιοργάνωσαν ο Φιλοτεχνικός Όμιλος Μυτιλήνης (Φ.Ο.Μ.) και ο ομόλογός του της Χίου (Φ.Ο.Χ.).

«Εβδομήντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από το θάνατο του Μίλτου Κουντουρά και όμως πολλά από όσα είπε και έγραψε ισχύουν μέχρι σήμερα.

Ο Μίλτος Κουντουράς έζησε τρία χρόνια στο Μόναχο της Γερμανίας. Έζησα και εγώ εκεί επί είκοσι χρόνια, γι’ αυτό και καταλαβαίνω πολύ καλά αυτά που μας άφησε. Έγραφε λοιπόν σε γράμμα προς τον πατέρα του, τον παππού μου, τον Μάρτη του 1924: “… Οι ξένοι είναι αδύνατο να φτάσουν την ομορφιά που εμείς στην Ελλάδα μας την έχουμε μέσα στα χέρια μας, τη ζούμε, την απολαμβάνουμε και μέρα και νύχτα χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Ένα καλαθάκι με κυδώνια, ρόδια, ψωμί, ελιές, τυρί, καφέ… Τι άλλο ωραιότερο απ’ αυτή την ευτυχία!”.

Σε άλλη επιστολή του, της 11ης Μαϊου του 1925, γράφει:

“… Απόρησα όταν είδα να μου γράφετε ότι ο Σκόπελος έχει τώρα κάπου 10.000 κατοίκους! Να λοιπόν, η Γέρα είναι πια σήμερα όχι χωριό αλλά μεγάλη πολιτεία που -μα την αλήθεια- θαυμάσια μπορεί να εργαστεί κανείς πάνω σε κάθε είδος εργασία ή επιστήμη. Αρκεί να του δοθούν τα μέσα και η υποστήριξη πρώτα των κατοίκων και έπειτα του κράτους. Αλλά, όπως λέτε, και οι άνθρωποι και το κράτος είναι τόσο πολύ παραστρατημένοι, ώστε πολύ λίγα πράγματα πρέπει να περιμένει κανείς. Εν τούτοις, συλλογιέμαι πως αν μπορούσε κανείς με ένα οποιονδήποτε τρόπο να επιδράσει πάνω στους κατοίκους -κυρίως πάνω στους χωρικούς, τον αγράμματο κόσμο, γιατί τους δήθεν γραμματισμένους και πλούσιους εγώ τους θεωρώ βλαβερά και ανήθικα στοιχεία- θα ήταν τότε δυνατό από όλο αυτό το ακατέργαστο υλικό ύστερα από κάμποσα χρόνια, να παρουσιάσει μια εντελώς καινούργια πολιτισμένη Γέρα. Η αρχή πρέπει να γίνει από το σχολειό, ώστε η νέα γενιά να βγει διαφορετική από τη χαλασμένη πια σημερινή (…) Εδώ αυτό που λέμε ανηθικότητα δεν περιγράφεται. Αφήνω πια τις γυναίκες που κατά χιλιάδες γυρίζουν, κυρίως τη νύχτα, μες στους δρόμους πουλώντας δεξιά κι αριστερά το κορμί τους για να φάνε. Δυστυχία και διαφθορά πάει χέρι-χέρι”.

Μήπως σας θυμίζουν κάτι αυτά τα τελευταία λόγια; Ήταν η εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Τότε η Γερμανία βρισκόταν στα ίδια οικονομικά χάλια που βιώνει η Ελλάδα σήμερα. Εμάς μας πήραν τα λεφτά οι ξένες τράπεζες με τους προδότες συνεργάτες τους. Τότε είχαν πάρει όλο το χρήμα της Γερμανίας οι νικήτριες δυνάμεις του α΄ παγκοσμίου πολέμου. Η εξαθλίωση ήταν τραγική (και ελπίζω να μη φτάσουμε κι εμείς εκεί -ποιος ξέρει όμως!) και αυτή έφερε τον Χίτλερ!

Γράφει λοιπόν ο Μίλτος Κουντουράς στον παππού μου:

“… αλλά δίπλα σ’ αυτά αναπτύσσεται μια τεράστια και καταπληκτική επιστήμη που εμείς θα τη φθάσουμε μόνο μετά αιώνες ίσως, μόνο όταν δημιουργήσουμε πρώτα τα μέσα της κοινωνικής μας ζωής, συγκοινωνίες, κτίρια, μουσεία, εργοστάσια κτλ. Αλλά γεννιέται ένα τρομερό ερώτημα: Αξίζει ο άνθρωπος να κάνει όλες αυτές τις ιστορίες για να φθάσει στο τέλος στην ευρωπαϊκή δυστυχία; Γιατί είναι γνωστό -το βλέπω κι εγώ κάθε μέρα- ο χωρικός με τις λίγες πνευματικές και υλικές ανάγκες του που ζει σ’ ένα μικρό χωριουδάκι της Ελλάδας, είναι πολύ πιο χαρούμενος κι ευτυχισμένος από τους τραγικούς τούτους ανθρώπους των μεγάλων πόλεων, που τους τυραννούν διαρκώς χιλιάδες ψυχικές και υλικές ανάγκες. Χθες ήμουνα σ’ ένα γνωστό μου κύκλο Γερμανών και Γερμανίδων επιστημόνων και καλλιτεχνών, από κείνους που θέλουν να κάνουν επανάσταση για να σώσουν τη Γερμανία από την τρομερή αυτή ψυχική και υλική δυστυχία. Όταν μεταξύ άλλων τους είπα ότι εγώ στα μικρά μου χρόνια έζησα σε μια οικογένεια μέσα στον ήλιο και στα δέντρα και στα νερά, πως είχαμε ζώα που μας έδιναν κρέας και γάλα και τυρί, χωράφι και φούρνο για το ψωμί, χωράφι για τα φασόλια και τα κουκιά και τα όσπρια και τα φρούτα, αμπέλι για το κρασί και τα σταφύλια, ελιές για το λάδι και όρνιθες για τ’ αυγά, με κοίταζαν με μάτια γεμάτα θαυμασμό και παρομοίαζαν την επιστήμη και την Ευρώπη με το «δένδρον της Γνώσεως» που έγινε η αιτία να εκδιωχθώ από έναν τέτοιο Παράδεισο. Κι ίσως δεν είχαν άδικο!… Αυτά για την ώρα. Και σας φιλώ όλους. Ο Μιλτιάδης”.

Φίλοι μας, προσέξτε μήπως αναζητώντας το μοντέρνο, χάσετε τον Παράδεισο. Μήπως για τη ζωή της κατανάλωσης και της μεγαλούπολης χάσετε την ευτυχία. Εμείς αφήσαμε τα Μόναχα και ήρθαμε σε εσάς, εδώ στον Σκόπελο. Μη φύγετε λοιπόν και μας αφήσετε μόνους. Είστε οι φίλοι μας που σας αγαπάμε!».

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *