Πέθανε σε ηλικία 90 ετών ο Στέφανος Στεφάνου, ιστορικό στέλεχος της αριστεράς που είχε γεννηθεί το 1926 στο Σουφλί και έζησε σε φυλακές και εξορίες από τον καιρό του εμφύλιου μέχρι και τα χρόνια της χούντας.

Η κηδεία του θα γίνει το μεσημέρι της Δευτέρας 4 Ιανουαρίου στο νεκροταφείο του Αγίου Νικολάου στου Ζωγράφου. Ήταν μέλος της προεδρείου της νεολαίας της Ε.Δ.Α. και της νεολαίας Λαμπράκη. Ήταν επίσης επιμελητής εκδόσεων και διορθωτής κειμένων. Την αυτοβιογραφική του αφήγηση κατέγραψε και επιμελήθηκε η ιστορικός Χριστίνα Αλεξοπούλου στο βιβλίο «Στέφανος Στεφάνου – Ένας απ’ τους πολλούς της ελληνικής Αριστεράς 1941-1971» (εκδόσεις “Θεμέλιο”).

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το βιβλίο, όπου ο Στέφανος Στεφάνου περιγράφει το Πάσχα του 1950 στα Γιούρα:

Στον Α΄ όρμο τα πράγματα ήταν δυσκολότερα, γιατί είχαμε να κάνουμε με πέντε και πλέον χιλιάδες ανθρώπους ποικίλης προέλευσης και μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου, και αυτοί που είχαν κάποια σχετική προπαίδεια ή φυσικές δυνατότητες να παίξουν κάποιον ιδιάζοντα ρόλο στις πολιτιστικές και μορφωτικές εκδηλώσεις πολύ λίγοι ήταν. Κάτι άρχισε όμως να κινείται. Ιδιαίτερα στη λαϊκή ψυχαγωγία, όπου άρχισαν να συγκροτούνται ομάδες χορευτικές και ομάδες δημοτικών τραγουδιών να κάνουν πρόβες. Κάποια στιγμή μάλιστα ακούστηκε και ο ήχος μιας εβρίτικης γκάιντας. Ο αρχαίος άσκαυλος ξαναζούσε με καινούρια βαλκανικά μουσικά και χορευτικά μοτίβα. Ακόμα μου μένει η απορία πού βρήκαν εκείνο το τομάρι αρνιού τα παιδιά του Πυθίου και της Θυρέας και σκάρωσαν αυτό το χαρακτηριστικό όργανο της πατρίδας μου. Πρέπει οπωσδήποτε να μεσολάβησαν διαπραγματεύσεις με κάποιο φύλακα και κάποιον καϊκτσή που ερχόταν από τη Σύρα ή με τον προμηθευτή των τροφίμων μας. Η φωνή της μπορεί σε άλλους να ξύπνησε απλώς παλιά ευχάριστα ακούσματα, για μένα ήταν κάτι συγκλονιστικό. Δεν ξέρω ακόμα και τώρα τους λόγους για τους οποίους με γοήτευε αυτό το όργανο. Ίσως να ήταν η μαστοριά του Σταύρη, του γκαϊντατζή της γειτονιάς μου, που με καθήλωνε, από μικρό παιδί ακόμα, όταν τον συναντούσα να παίζει σε καφενείο ή στις χαρές [: ανοιχτοί γάμοι] και για τον οποίο νιώθω υποχρέωση κάποτε να μιλήσω…

Όλη αυτή η «ποσοτική συσσώρευση», όπως συνηθίζουμε να λέμε εμείς οι… αγοραίοι μαρξιστές, εκδηλώθηκε λίγο αργότερα τις μέρες του Πάσχα με ένα «ποιοτικό άλμα» –ένα ξέφρενο πανηγύρι σε ολόκληρη τη μεγάλη ακτή του νησιού που κάλυπταν οι πέντε όρμοι. Οι εκπρόσωποί μας είχαν ειδοποιήσει τη διεύθυνση ότι θα οργανώναμε στους όρμους μαζικά γλέντια, με τραπέζια που θα στήναμε στις πλατείες. (Τα «τραπέζια» ήταν απλά σεντόνια ή κουβέρτες στρωμένες κατάχαμα στο γύρο της πλατείας και οι συνδαιτημόνες, καθισμένοι σταυροπόδι, κατάχαμα κι αυτοί φυσικά. Το συσσίτιο, κρέας όπως πρόβλεπε το πρόγραμμα, ήρθε σε ολόκληρα αρνιά, τα οποία, για πρώτη φορά στα τρία χρόνια, τα ψήσαμε στη σούβλα, όπως γινόταν κανονικά στα ελληνικά χωριά).

Στον Α΄ όρμο, τη μεγάλη «ακτίνα» της τεράστιας φυλακής μας, χάλασε ο κόσμος. Μετά το ομαδικό φαγητό, άρχισαν τα τραγούδια, ανακατεύτηκαν οι ήχοι της Ηπείρου με τις νησιώτικες μελωδίες και τα θρακιώτικα χορευτικά με τα καλαματιανά και τα τσάμικα της Παλιάς Ελλάδας. Κάποια στιγμή βγήκε και η γκάιντα στη μέση και οι θρακιώτικοι χοροί –ο χασάπικος, η μπαϊντούσ’κα, ο πηλαλητός– κέρδισαν τη μερίδα του λέοντος του γλεντιού. Καμάρωνα τα παλικάρια μας, από το Σουφλί, το Ελληνοχώρι, το Πύθιο, τη Θυρέα, τη Στέρνα, τη Βύσσα, να πετούν στον αέρα. Χόρεψα χασάπικους, καρσιλαμάδες, μπαϊντούσ’κες και ζωναράδικους, που τους ήξερα σχεδόν από γεννησιμιού μου. Στον πηλαλητό (πιαλτό, όπως τον λένε στον άνω Έβρο όπου είναι η ρίζα του) στην αρχή απείχα. Θεωρούσα ότι δεν ήμουν ακόμα ώριμος να τον σύρω, γιατί μόλις δύο βδομάδες πριν είχα αρχίσει να τον χορεύω. Όμως καθώς συνεχίζονταν μέσα σε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού ο τρεχάτος (πηλαλώ σημαίνει τρέχω) χορός των Εβριτών που τον έσερνε ένα παλικάρι από το Ελληνοχώρι, πρώην ανταρτόπουλο με φθαρμένες μπότες, τις οποίες κάθε τόσο χτυπούσε με εκπληκτικό τρόπο στον αέρα, μπήκα στο χορό ανάμεσα στα Πυθιωτάκια, τους φίλους μου, και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα να σέρνω το χορό και να χτυπάω στον αέρα τις μισοξεσκισμένες αρβύλες μου.

Αργά το απόγευμα ακούσαμε έναν αχό να έρχεται από το Νότο ανάμεσα σε μας και στον Β΄ όρμο. Οι πιο ανυπόμονοι πεταχτήκαμε έξω από τα σύρματα και είδαμε να έρχεται από τη στροφή μια μεγάλη φάλαγγα που τραγουδούσε και χόρευε με τους κεμετζέδες μπροστά. Ήταν μερικές εκατοντάδες από τα παιδιά του Δ΄ όρμου που είχαν βγει από το σύρμα τους, πέρασαν από τον Γ΄, χόρεψαν με τους κατοίκους του και αχόρταγοι από το ημερήσιο γλέντι έρχονταν προς εμάς για το μεγάλο νταβαντούρι. Τους υποδεχτήκαμε με ζητωκραυγές και χειροκροτήματα και μπήκαμε όλοι μαζί, με τα όργανα μπροστά, στην πλατεία του όρμου. Τώρα πια, με τους κεμετζέδες παρόντες, σώπασαν όσα ξεφτίσματα είχαν απομείνει από ήχους γκάιντας και τραγούδια. Το λόγο πια είχε το Έθνος, όπως αυτοονομάζονταν ως παροικία οι Πόντιοι, και κυριαρχούσαν οι κεμετζέδες και τα βροντερά προστάγματα του πρωτοχορευτή: «α σιαντάν», «σο γόνατον», «όρθιο το κιφάλ» και τα παρόμοια. Το γλέντι κράτησε ώς αργά τη νύχτα. Οι φύλακες, σαν μαρμαρωμένοι, παρακολουθούσαν αμήχανοι, κι όταν οι οργανοπαίχτες έσυραν την τελευταία δοξαριά αποσυρθήκαμε σιγά σιγά αποκαμωμένοι και τον πήραμε μονοκόμματα ώς το πρωί.

Την άλλη μέρα όλη η φυλακή –τουλάχιστον όσοι κρατούσαν τα κότσια τους– συγκεντρωθήκαμε στον Δ΄ όρμο και κλείσαμε το πασχαλιάτικο διήμερο με τραγούδια, χορούς, πειράγματα και ελαφρές ιστορίες. Ήταν ένα διήμερο ξεφάντωμα, όχι απλώς χωρίς προηγούμενο, αλλά πέρα κάθε φαντασίας, αυτού του κόσμου που, επί τρία σχεδόν χρόνια, βασανισμένος, κακοποιημένος, άρρωστος και πεινασμένος, αγωνιζόταν να κρατηθεί όρθιος, να μην ταχύνει το βήμα του, όταν δεχόταν το βούρδουλα ή τη μαγκούρα στην πλάτη του, καθώς κουβαλούσε την πέτρα στο εργοτάξιο, να μη μικρύνει το μπόι του, όταν τον καλούσαν να απαρνηθεί την ιστορία και την ψυχή του με αντάλλαγμα μιαν ανάπηρη ελευθερία, να μη χτίσει τη φυλακή του, όπως σχεδίαζε ο αντίπαλος, ως έσχατη ατίμωση δέκα ώς δεκαπέντε χιλιάδων παλικαριών που τα μάζεψε πάνω στο θανατονήσι για να τα θανατώσει, χτυπώντας κατάκαρδα την ψυχή του λαού τους. Και τώρα γιόρταζαν αυτήν τη νίκη τους, γιατί κατάφεραν να κρατήσουν το μπόι τους, την ψυχή τους όσο γινόταν αλώβητα, και γιατί, αυτό δα ήταν φανερό πια, ο βράχος της φυλακής είχε μείνει χωρίς ντουβάρια, χωρίς σκεπή.

Την τρίτη μέρα ήρθε η πιο πρακτική επιβεβαίωση της νίκης· έφτασε στον Α΄ όρμο, λίγο πριν από το μεσημέρι, ένα μικρό πολεμικό. […]. [Η κυβέρνηση] έστειλε το γενικό επιθεωρητή φυλακών του Υπουργείου Δικαιοσύνης να δει αυτοπροσώπως την κατάσταση. Η οργάνωση είχε προετοιμάσει την υποδοχή. Ανέθεσε σε καμιά διακοσαριά κρατούμενους –μετείχα κι εγώ σ’ αυτήν τη μεγάλη ομάδα– να πιάσουμε τα σύρματα του δρόμου που οδηγούσε προς το κτήριο της διοίκησης, στο οποίο κατά πάσα πιθανότητα θα κατέληγε ο ανώτατος αξιωματούχος, και να του θέσουμε τα αιτήματά μας. Φυσικά μια συγκέντρωση διακοσίων ανθρώπων κατά μήκος του σύρματος, δηλαδή σχεδόν κάθε μέτρο κι άνθρωπος, δεν μπορούσε να μη γίνει αντιληπτή από τους υπόλοιπους κρατούμενους και καθώς πολλοί είχαν βγει όξω από τις σκηνές για να δουν ένα πολεμικό καράβι που πρώτη φορά προσορμιζόταν στην περιοχή μας, κάποιοι άρχισαν σιγά σιγά να κατεβαίνουν προς την πλατεία. Όταν έφτασε στο σύρμα ο «κύριος επιθεωρητής» μαζί με την κουστωδία του και άρχισαν οι φωνές από τις δυο μεριές του όρμου, βγήκαν όλοι οι κρατούμενοι από τις σκηνές και, σαν να τους κάλεσαν οι σάλπιγγες της Ιεριχούς, άρχισαν να τρέχουν προς τα σύρματα.

Ξαφνικά, πάνω από τρεις χιλιάδες άνθρωποι, ένα ποτάμι βουερό με χειρονομίες και κραυγές προπηλάκιζε τον κύριο επιθεωρητή, ο οποίος βιαζόταν να διασχίσει το δρόμο. Δεν το πέτυχε όμως· πριν να καλύψει το ένα τρίτο της απόστασης, κάποιοι θερμόαιμοι στραπατσάρισαν τα σύρματα και του έκοψαν το δρόμο. Και μέσα σ’ αυτή την κοσμοθαλασσιά, ξαφνικά βρήκα τον εαυτό μου να έχω πηδήσει, δεν ξέρω πώς, το φράχτη και να χώνω μπροστά στο πρόσωπο του επιθεωρητή έναν αλουμινένιο μαστραπά γιομάτο υφάλμυρο νερό και να του φωνάζω: «Πιες, πιες, να δεις τι αρμύρα πίνουμε!» Με την επέμβαση των ψυχραιμότερων και τις παρακλήσεις των φυλάκων αφήσαμε τον επιθεωρητή να προχωρήσει στο δρόμο του, αφού μας υποσχέθηκε ότι θα δεχόταν τις επιτροπές που θα ανέπτυσσαν προφορικά και θα κατέθεταν γραπτά τα αιτήματά μας· πράγμα το οποίο έγινε αρχίζοντας από το απόγευμα κιόλας. Επί δύο ημέρες ο επιθεωρητής συζητούσε με επιτροπές, διαπιστευμένες φυσικά από την οργάνωση, από όλους τους όρμους, υποσχέθηκε λύση στα περισσότερα προβλήματά μας, εκτός από τη μεταφορά όλων των κρατουμένων σε άλλες φύλακες και την αποκατάσταση των δικαστικών αδικιών, τα οποία ήταν πέρα των αρμοδιοτήτων του και θα τα μετέφερε στην κυβέρνηση. Την τρίτη ημέρα έφτασε μια μεγάλη υδροφόρα με γλυκό νερό από το Λαύριο και ξεφόρτωσε τα μέρη μιας μεγάλης μεταλλικής υδροδεξαμενής, που σε μια βδομάδα στήθηκε στη στροφή ανάμεσα Α΄ και Β΄ όρμο…

πηγή: scandalo

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *