Το κείμενο που ακολουθεί είναι μετάφραση άρθρου που δημοσιεύθηκε στην “Monde Diplomatique” προ δεκαημέρου και συγκεντρώνει τα πιο αντιδραστικά σημεία της υποκείμενης μεταρρύθμισης του κώδικα εργασίας στη Γαλλία, έτσι όπως προκύπτουν από την ανάγνωση του προσχεδίου του.

Σημειώνεται ότι έχει εξαγγελθεί γενική απεργία για τις 9 Μαρτίου ως αντίδραση στα όσα δυσμενή προβλέπονται για το εργασιακό δίκαιο στη χώρα.

Ο βομβαρδισμός του κώδικα εργασίας

Η εργοδοσία και ο Νικολά Σαρκοζί το ονειρεύτηκαν, οι Φρανσουά Ολλάντ και Μανουέλ Βαλλς το έκαναν: αν, κάνοντας μια μακάβρια υπόθεση, το σχέδιο νόμου «που έχει ως στόχο να θεσμοθετήσει νέες ελευθερίες και προστασίες για τις επιχειρήσεις» (sic) έβλεπε το φως της μέρας, ο κώδικας εργασίας θα κατέληγε κατακερματισμένος.

Ο στόχος“, διευκρινίζει η υπουργός εργασίας Μυριάμ Ελ Κομρί σε συνέντευξή της στο “Echos” (18/02/2016), “είναι να προσαρμοστούμε στις ανάγκες των επιχειρήσεων“. Διατηρούσαμε επιφυλάξεις, ακόμα κι αν επρόκειτο για μία περίεργη οπτική επί των επιχειρήσεων, περιορισμένη μονομερώς στις διοικητικές τους σφαίρες.

Βεβαίως, δεν πρόκειται παρά για ένα προσχέδιο και τα πάντα μπορούν ακόμη να αλλάξουν. Η εξουσία αριστεύει στους στρατηγικούς ελιγμούς κατά τους οποίους αφήνονται να διαρρεύσουν οι πιο τρελές διατάξεις, έτσι ώστε στη συνέχεια να ενισχυθεί η αντίληψη ότι τα χειρότερα αποφεύχθηκαν. Έτσι διέρρευσε και η φήμη ότι πλέον οι υπερωρίες δε θα πληρώνονται, για να αποφασιστεί τελικά η διασφάλιση του κατώτατου ορίου μίας ελάχιστης προσαύξησης του 10%. Όλος ο κόσμος ζητωκραυγάζει για την υποτιθέμενη νίκη, τη στιγμή που μέχρι τώρα ο κανόνας ήταν στο 25%, με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Βιρτουόζος της εξαπάτησης, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας διαβεβαιώνει ότι τα βασικά δεν θίγονται: η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και το 35ωρο σε εβδομαδιαία βάση ορίζουν το γενικό κανόνα. Μα μετατρέπει αυτές τις δύο αρχές σε τσόφλια. Αν μείνουν στα λόγια, η προστασία των εργαζομένων εκλείπει και μαζί με αυτήν η ισότητα στη μεταχείριση των πολιτών ενώπιον του νόμου.

Μέχρι στιγμής, η βασική αρχή του εργατικού δικαίου έδινε την προτεραιότητα στη νομοθεσία που έχει θεσπιστεί από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους της δημοκρατίας, εκτός εάν μια συμφωνία σε ένα χαμηλότερο επίπεδο (υποκατάστημα της εταιρείας) είναι πιο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο. Από εδώ και στο εξής, μια συμφωνία σε μια εταιρεία υπερισχύει του νόμου, ακόμη και αν είναι πιο δυσμενής από τη θεσπισμένη νομοθεσία. Μοναδική αντίληψη της «αληθινής ισότητας»! Αυτή η βασική διάταξη θα επιτρέψει στον επόμενο πρόεδρο να ακρωτηριάσει ό,τι απομένει (ακόμα) από τα δικαιώματα των εργαζομένων.

Όσο για την περίφημη σύμβαση αορίστου χρόνου η οποία διατηρείται από τον νόμο, μπορεί να διακοπεί ανά πάσα στιγμή σε περίπτωση «αναδιοργάνωσης της εταιρείας» ή «κατάκτησης της αγοράς». Πέρα από αυτές τις εν γένει συνηθισμένες καταστάσεις, η επιχείρηση δεν θα χρειάζεται καν να δικαιολογηθεί: θα επαρκεί να καταβάλει μισθούς τριών μηνών για εργαζόμενους που προσλήφθηκαν πριν από λιγότερα των δύο ετών, έξι για τους από πενταετίας κ.ο.κ. Η ίδια η έννοια της καταχρηστικής απόλυσης εξαφανίζεται. Το αφεντικό που πληρώνει μπορεί να αποδεσμεύσει τον υπάλληλό του χωρίς τον κίνδυνο να του επιβληθεί περαιτέρω ποινή.

Ο ίδιος γύρος ταχυδακτυλουργικών για το 35ωρο. Ανάμεσα στις τροποποιήσεις, την καταμέτρηση του χρόνου εργασίας και τη μειωμένη καταβολή υπερωριών, η μεταρρύθμιση Ομπρί θα περάσει στα αζήτητα.

Μετά από μια γρήγορη ανάγνωση των 131 σελίδων αυτού του νέου κώδικα εργασίας, μπορούμε να συγκρατήσουμε τις διατάξεις σχετικά με τη διάρκεια εργασίας, τη μεταρρύθμιση των δικαστηρίων εργασίας (το επόμενο τεύχος της “Monde Diplomatique” θα αφιερώσει ένα άρθρο), τη διεύρυνση του δικαιώματος σε απόλυση και αυταρχική μείωση των μισθών, την ελάχιστη αμοιβή υπερωριών, κ.λπ.

Ο εργοδότης αποφασίζει για τη διάρκεια εργασίας

Αυτός ο νέος κώδικας ενσωματώνει τις αρχές που θεσπίστηκαν από τον Ρόμπερτ Μπάντιντερ, ο οποίος οικειοποιήθηκε την πιο φιλελεύθερη φόρμουλα που θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε, από το πρώτο κιόλας άρθρο: «Οι θεμελιώδεις ελευθερίες και δικαιώματα του ατόμου είναι εγγυημένα σε κάθε σχέση εργασίας. Περιορισμοί μπορούν να τεθούν εφόσον κρίνονται δικαιολογημένοι από τις αναγκαιότητες της εύρυθμης λειτουργίας της εταιρείας». Οι οποίες αναγκαιότητες ορίζονται από τους μετόχους και τη διοίκηση της εταιρίας. Όλα από εκεί εκπορεύονται.

Η ημέρα εργασίας των δέκα ωρών, η οποία στο παρελθόν ήταν η εξαίρεση, μπορεί να γενικευθεί σε «περίοδο αυξημένης δραστηριότητας» ή «για λόγους που σχετίζονται με την οργάνωση της εταιρείας». Μπορεί να φτάσει ακόμα και τις δώδεκα ώρες. Μέχρι τότε, τέτοιου είδους αλλαγές απαιτούσαν διοικητική άδεια. Τώρα, θα επαρκεί μία εταιρική συμφωνία – η προσφυγή στην οποία θα διευκολυνθεί (βλέπε παρακάτω). Ίδια αρχή για την εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, η οποία θα μπορεί να αυξηθεί για να φτάσει έως και τις 46 ώρες κατά μέσο όρο για δεκαέξι εβδομάδες ετησίως (αντί για δώδεκα σήμερα), ακόμη και τις 48 ώρες «σε περίπτωση αυξημένης δραστηριότητας», χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Μια απλή εταιρική συμφωνία θα είναι αρκετή. Η κυβέρνηση δεν αποποιείται του ανώτατου ορίου των 60 ωρών όπως έχει ζητηθεί από τις εταιρείες, αλλά το πλαισιώνει παρ’ όλα αυτά με μία πιθανή έγκριση της Επιθεώρησης Εργασίας.

Θεσπισμένο με τον νόμο Ομπρί για τη μείωση του χρόνου εργασίας, το ημερομίσθιο, το οποίο επιτρέπει την χειραφέτηση από τη νόμιμη ημερήσια διάρκεια εργασίας, προοριζόταν για τις μεγάλες επιχειρήσεις και κυρίως για τα στελέχη. Το σύστημα θα επεκταθεί στις επιχειρήσεις με δυναμικό μικρότερο των πενήντα ατόμων, χωρίς διάκριση ρόλου. Ο καθημερινός φόρτος εργασίας θα μπορεί να ξεπεράσει κάθε όριο καθώς πρακτικά δεν θα ελέγχεται πλέον.

Παρομοίως, αντιπαρερχόμαστε των έντεκα συναπτών υποχρεωτικών ωρών ανάπαυσης μεταξύ ημερησίων εργασιών, καθώς κι αυτές θα μπορούν να «κατατμηθούν». Επιπλέον, «ο χρόνος μετάβασης στον τόπο εκτελέσεως μίας σύμβασης εργασίας δεν είναι χρόνος αποτελεσματικής εργασίας», εκτός εάν υπερβαίνει τον «κανονικό χρόνο». Μία διευκρίνιση της διατύπωσης θα ήταν εκτιμητέα.

Η διασφάλιση των απολύσεων

Χάρη στο Νικολά Σαρκοζί, υπήρχε ήδη η «συναινετική διακοπή» (καταγράφηκαν δύο εκατομμύρια από την θέσπισή της τον Ιούνιο του 2008), πίσω από την οποία κρύβεται συχνά ένας μοχλός εργοδοτικής πίεσης για την απομάκρυνση ενός υπαλλήλου. Χάρη σε ορισμένα συνδικάτα, τα οποία υπέγραψαν το εθνικό διεπαγγελματικό σύμφωνο, και στον κύριο Ολλάντ ο οποίος παρασκεύασε τον λεγόμενο νόμο «διασφάλισης της απασχόλησης», η εργοδοσία μπορούσε να μειώσει τους μισθούς, να αυξήσει τις ώρες εργασίας και φυσικά να απολύσει, «σε περίπτωση οικονομικής δυσχέρειας», της οποίας η ερμηνεία επαφιόταν στους δικαστές. Το κείμενο από εδώ και μπρος τις συγκεκριμενοποιεί: μία μείωση παραγγελιών ή πωλήσεων «κατά περισσότερα συναπτά τρίμηνα» (αυτό μπορεί να σημαίνει και δύο τρίμηνα), «ζημία λειτουργίας για περισσότερους μήνες ή μία σημαντική υποβάθμιση κεφαλαίου». Και αυτό, «σε επίπεδο επιχείρησης» (και όχι ομίλου). Θα αρκεί για τις μεγάλες εταιρείες να παρουσιάσουν τους ελλειμματικούς ισολογισμούς της θυγατρικής τους ώστε τα πάντα να γίνουν δυνατά. Χάνεται φυσικά το δικαίωμα ανακατάταξης των απολυμένων μισθωτών.

Στην πραγματικότητα, η εργοδοσία κατέκτησε αυτό που διεκδικούσε από την αυγή του χρόνου: το δικαίωμα να απολύει ανεμπόδιστα.

Σε αυτούς τους επονομαζόμενους αμυντικούς λόγους απόλυσης, έρχεται να προστεθεί η δυνατότητα να πετούν έξω τους εργαζόμενους σε περίπτωση «τεχνολογικής αλλαγής» ή απλής «εταιρικής αναδιοργάνωσης». Ο εργαζόμενος ο οποίος αρνείται μία απόσπαση στην άλλη άκρη της χώρας ή μία μείωση μισθού ή ακόμη μία αύξηση του ωραρίου εργασίας του χωρίς μισθολογική αύξηση, πολύ απλά θα απολύεται (προηγουμένως είχε δικαίωμα στην κατάσταση απολυμένου για οικονομικούς λόγους). Ο απολυμένος διατηρεί τα δικαιώματά του στο ταμείο ανεργίας αλλά χάνει το δικαίωμα ανακατάταξης.

Ο περιορισμός της επιθεώρησης εργασίας

Το αφεντικό θα μπορεί ακόμη να απολύει «χωρίς πραγματικό και σοβαρό λόγο», θα αρκεί να καταβάλει ένα ποσό πάγιο και καθορισμένο εκ των προτέρων, ανεξάρτητα από τη ζημία την οποία υφίσταται ο εργαζόμενος. Το εν λόγω ποσό ορίζεται ενδεικτικά σε μισθούς τριών μηνών για προϋπηρεσία μικρότερη των δύο ετών, έξι μηνών για προϋπηρεσία μεταξύ δύο και πέντε ετών, εννέα μηνών για προϋπηρεσία μεταξύ πέντε και εννέα ετών, δώδεκα μηνών μεταξύ δέκα και είκοσι ετών και δεκαπέντε μηνών για περισσότερα από είκοσι έτη. Έτσι, ένας μισθωτός ο οποίος κρίνεται ως μη επαρκώς παραγωγικός ή υπερβολικά διεκδικητικός μπορεί να πεταχτεί από το παράθυρο ανά πάσα στιγμή.

Περισσότερη δουλειά για λιγότερα λεφτά

Οι υπερωρίες θα έχουν προσαύξηση της τάξεως του 10% και όχι του 25% που ίσχυε μέχρι σήμερα για τις πρώτες οκτώ επιπλέον του σταθερού ωραρίου, 50% από εκεί και μετά. Αρκεί μία συμφωνία με την επιχείρηση. Για έναν μισθωτό που αμείβεται με το βασικό μισθό, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει λιγότερο από ένα ευρώ για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας έναντι των 2,4 ευρώ που προέβλεπε ο προηγούμενος νόμος. Μία ανοησία την οποία θα προτιμήσει από το να προσλάβει. Όσο για τους εργαζόμενους, θα δουν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται.

Η εταιρεία υπεράνω του νόμου

Αυτή είναι αναμφισβήτητα η πιο σημαντική αλλαγή.

Παρά τις βαρύγδουπες δηλώσεις που δοξάζουν τη δημοκρατία και τις αρχές της, ο νόμος περνάει σε δεύτερη μοίρα ακόμη κι όταν προστατεύει καλύτερα τους εργαζομένους. Η συμφωνία της εταιρείας είναι αυτή που τελικά επικρατεί. Ο νόμος Μακρόν (διάβαζε «Η επιλογή τους είναι πάντα λιγότερα», “Le Monde diplomatique”, Απρίλιος 2015) είχε ήδη εισαγάγει αυτή τη διάταξη, αλλά παρέμεινε σε εκκρεμότητα. Θα γίνει ο κανόνας.

Βεβαίως, αυτή η συμφωνία θα πρέπει να είναι πλειοψηφική, δηλαδή, να υπογράφεται από συνδικάτα που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ήμισυ των εργαζομένων στις επαγγελματικές εκλογές. Αλλά αν αυτή δεν είναι η περίπτωση, τα συνδικάτα μειοψηφίας (τουλάχιστον το 30% των ψήφων) θα μπορούν να προστρέξουν σε ψήφισμα με τους εργαζομένους. Και τη δύναμη να καυχηθούν για αυτήν την άμεση δημοκρατία, φέρνοντας σε αντιπαράθεση τους ολιγοπληθείς εργαζόμενους με τους εκλεγμένους συνδικαλιστές.

Φυσικά, η διαβούλευση με τους εργαζομένους δεν είναι από μόνη της καταδικαστέα. Αλλά το ζήτημα δεν καθορίζεται συλλογικά, κάθε άλλο. Αν τα μειονοτικά συνδικάτα μπορούν να ενισχύσουν τη διαβούλευση, το περιεχόμενο παραμένει στα χέρια των μεγαλοεργοδοτών και συχνά παίρνει τη μορφή εκβιασμού, κατά τον οποίο οι εργαζόμενοι έχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης: είτε συμφωνούν να εργάζονται περισσότερο και/ή κερδίζουν λιγότερα, ή χάνουν τη δουλειά τους… Στην “Bosch”, στο Venissieux, οι εργαζόμενοι είχαν συμφωνήσει το 2004 να εργάζονται 36 ώρες και να πληρώνονται 35 και να εγκαταλείψουν ορισμένες από τις προσαυξήσεις για τη νυχτερινή εργασία. Οι θυσίες τους έχουν δεν εξυπηρέτησαν παρά δίνοντας μία πιο ευπαρουσίαστη εικόνα της εταιρείας στην κοινωνία. Το εργοστάσιό τους πωλήθηκε το 2010 και πάνω από εκατό θέσεις εργασίας χάθηκαν. Ίδιο σενάριο στη “General Motors” στο Στρασβούργο, στην “Continental” του Clairoix, στη “Dunlop” της Amiens…

Σχολιαστές συχνά καυχιούνται για την ψηφοφορία της εταιρείας “Smart”, όπου το 56% των εργαζομένων απάντησε θετικά στην αύξηση του χρόνου εργασίας (με την ίδια αμοιβή) η οποία είχε ζητηθεί από τον μέτοχο για την υπεράσπιση των επενδύσεων και την αποφυγή μετεγκατάστασης. Αλλά ξεχνούν να αναφέρουν ότι αν το 74% των 385 στελεχών των οποίων ζητήθηκε η γνώμη ενέκριναν τη συμφωνία, ενώ μόνο το 39% των 367 εργαζομένων τους μιμήθηκε, διότι είναι αυτοί που έχουν τον πιο απαιτητικό φόρτο εργασίας. Χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι ένα στέλεχος ζει έξι χρόνια παραπάνω από έναν εργάτη; Με τον νέο νόμο, οι εργαζόμενοι θα δουν και την εντατικοποίηση των καθηκόντων τους.

Από εταιρεία σε εταιρεία, εργαζόμενοι με τα ίδια προσόντα θα έχουν πολύ διαφορετικά δικαιώματα. Κάποιος θα μπορούσε ακόμη και να φανταστεί εντελώς αποκλίνουσες συνθήκες σε ένα εργοτάξιο με περισσότερους υπεργολάβους. Στην πραγματικότητα, όπως εξηγεί πολύ καλά ο εργατολόγος Λοκιέκ Πασκάλ, «οδηγεί σε κοινωνικό dumping και δυνητικά περιπλέκει την κατάσταση του εργαζομένου ο οποίος θα αλλάζει ισχύον δίκαιο κάθε φορά που θα αλλάζει και εταιρεία». Όσο για την απασχόληση, θα παραμείνει αγκυροβολημένη ή ακόμα πιο σίγουρα βυθιστεί. Όπως φαίνεται από όλες τις μελέτες, δεν είναι η υποτιθέμενη «ακαμψία» του εργατικού κώδικα στην οποία οφείλεται η ανεργία αλλά η έλλειψη ευκαιριών.

Οι σοσιαλιστές διατεταγμένοι

Ακριβώς όπως φέρνει σε αντιπαράθεση εργαζόμενους με συνδικάτα, δικαστές με τεχνοκράτες (που θα καλούνται να καθορίσουν τις κυρώσεις για τους εργοδότες αντί των εργατικών δικαστηρίων ή να καθορίσουν τα πλαίσια των οικονομικών απολύσεων), ο Ολλάντ προσπαθεί να φέρει σε αντιπαράθεση τους βουλευτές με το γαλλικό λαό. Σίγουρος ότι οι υπερφιλελεύθερες κατευθύνσεις του δεν χαίρουν στήριξης από το Αριστερό Μέτωπο ή τους Πράσινους προκειμένου ο νόμος να περάσει, ο αρχηγός του κράτους ζητάει από τους βουλευτές του Σοσιαλιστικού Κόμματος να υποκύψουν (έστω και με βαριά καρδιά), απειλώντας ότι θα χρησιμοποιήσει την ισχύ της 49-3, μίας διάταξης την οποία σε στιγμές διαύγειας στο παρελθόν είχε χαρακτηρίσει ως «βαρβαρότητα» και «άρνηση δημοκρατίας». Ο κύκλος έχει κλείσει.

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *