Αν θέλει να γνωρίσει κάποιος για ποιο λόγο την κρίσιμη δεκαετία του 1960 η “άλλη Αμερική” ηττήθηκε από την ακραία φονταμενταλιστική Αμερική της ενδοχώρας, γιατί οι Η.Π.Α. πήραν αυτό το δρόμο κι όχι άλλο, δεν έχει παρά να διαβάσει τη συνάντηση του Βασίλη Βασιλικού με τον Ginsberg:

Ο Γκίνσμπεργκ περπατά στον φορτωμένο δρόμο. Άνθρωποι μας προσπερνούν. Εμείς προσπερνούμε σπίτια. “Τους τελευταίους τρεις μήνες” μου λέει, “έρχεται ένα προϊστορικό πρόσωπο και μου μιλά. Κι εγώ καταγράφω όσα μου λέει… Αλλά δεν μπορείς να φύγεις απ την Αμερική χωρίς να πάρεις μια πρέζα μεσκαλίνη. Ανοίγει καινούργια βάθη, βλέπεις με άλλη προοπτική. Πολλοί διάσημοι άνθρωποι στον καιρό μας παίρνουν ναρκωτικά… Το βασικό είναι να γλυτώσεις απ αυτό το κορμί. Να κατορθώσεις να γίνεις άγιος… Η αλλαγή έχει συντελεστεί εδώ, και πιάνει το κούτελό του”.

Η αλλαγή, τελικά, δεν συνέβη στο κεφάλι των Αμερικανών αλλά στο σώμα. Εκατοντάδες κιλά «αμαρτωλού λίπους» χάνονται μέσα από σκληρές δοκιμασίες και οικειοθελή βασανιστήρια στα γυμναστήρια και στα πάρκα. Έχει εν μέρει δίκιο ο Μποντριγιάρ και ο Σοράν. Ό,τι απέμεινε από το κίνημα της δεκαετίας του 1960, του αντιπολεμικού και αντικαπιταλιστικού αγώνα, από το όργιο των Γούντστοκ, είναι μία φυλή που κάνει τζόκινγκ ή μια φυλή που κάνει μπόντι μπίλντιγκ. Εν μέρει, διότι η συντριπτική πλειοψηφίας της φυλής του Homo Americanus συνεχίζει να εκστασιάζεται μέχρι οργιαστικού παραληρήματος στις διάφορες Εκκλησίες της «Αγάπης», όπως πριν αιώνες στα δάση και αργότερα στα Γούντστοκ, προσπαθώντας να χάσει βάρος με τη βοήθεια του Θεού.

Τα κοινωνικοπολιτικά αίτια της αλλαγής είναι για μικρά παιδιά σύμφωνα με τον Γκίνσμπεργκ. Όλα γίνονται μέσα στο κεφάλι, όλα είναι θέμα απελευθέρωσης από το «κορμί», από την επιθυμία, από αυτή τη φυλακή του πνεύματος. Η απελευθέρωση και για τους αμερικανούς αριστερούς είναι ατομική και προτεσταντική και όχι, όπως στην Ευρώπη, συλλογική. Εκεί που ο Μαρξ μιλούσε για την υλική δύναμη των ιδεών που δημιουργούν νέες πολιτικές συλλογικότητες (ή τα νέα ιστορικά υποκείμενα), οι αμερικανοί αριστεροί του 1960 μιλούν για τη χημική δύναμη των ψυχοτρόπων που αλλάζουν τις συνδέσεις των νευρώνων του εγκεφάλου, τροποποιώντας τον ατομικό εαυτό!

Οι Κέρουακ και Γκίνσμπεργκ θεωρούνται οι δύο κορυφαίοι της beat λογοτεχνίας. Ο Γκίσμπεργκ σφράγισε τη γενιά αυτή με το περίφημο «Ουρλιαχτό» (Howl), αλλά και τις αναγνώσεις διαμαρτυρίας κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, την αντιπυρηνική δράση στη δεκαετία του ’70 και τη συμμετοχή του στα σεμινάρια ποίησης στο ινστιτούτο Naropa στο Κολοράντο. Ο Γκίνσμπεργκ καλούσε στην απομάκρυνση από την τρέλα του πολέμου και της καταναλωτικής κοινωνίας και ζητούσε μια ένωση με το πνεύμα. Αν ο Νηλ Κάσαντυ ήταν ο θεωρητικός των μπητ, ο Κέρουακ ήταν ο χρονικογράφος-προστάτης τους. Ο Κέρουακ χαρακτηρίζει την ποίηση όλων τους ως «ένα είδος παλαβής Ζεν ποίησης, η γραφή μπαίνει στο κεφάλι σου όπως ακριβώς είναι, η ποίηση επέστρεψε στις πηγές της… πραγματικά προφορική…». Η ποίηση του Κέρουακ παραπέμπει με ερασιτεχνικό τρόπο στον Ουίτμαν και στη βίβλο, όπως στο σημείο που γράφει πως «Η ζωή είναι η τέχνη μου/ (Η ασπίδα απέναντι στο θάνατο)». Ο Γκίνσμπεργκ παρουσιάζεται πιο πνευματώδης. Το «Ουρλιαχτό» ήταν ένα ξέσπασμα εναντίον του καταναλωτισμού και του μηδενισμού της εποχής, ήταν η κραυγή και το κλάμα ενός μοναχικού ποιητή-λύκου, μία φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ένα σπάραγμα στις παρυφές της κοινωνίας, όπου εναλλάσσονται η απελπισία και το χιούμορ, η καυστική σάτιρα και η οπτασιακή έκσταση, ο σαρκαστικός ρεαλισμός και η ονειρική περισυλλογή. Ο επίσης Beat Τζον Κλέλον Χολμς, του οποίου το μυθιστόρημα Go (1950) ήταν το πρώτο του λογοτεχνικού αυτού είδους και αυτό που περιέγραφε τον Νηλ Κάσαντυ, τον Άλεν Γκίνσμπεργκ και τον Τζακ Κέρουακ. Η γραφή των beat έχει μια ομορφιά που δεν οφείλεται απλώς στη δεξιοτεχνία και στην ευχέρεια αλλά και σε πτυχή μελαγχολίας καθώς και σεμια ανεξήγητη αίσθηση θριάμβου, ένας διονυσιακός θρίαμβος που ενυπάρχει στη ρητορική του Μέλβιλ και του Ουίτμαν. Η ποίησή τους είναι ότι η τζαζ για τον ήχο: Οι beat «…τραγούδησαν το βάσανο γι αγάπη του γυμνού αμερικάνικου μυαλού με μια ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί σαξοφωνική κραυγή… με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της ζωής σφαγμένη και πεταμένη έξω απ τα κορμιά τους, καλή για φάγωμα για χίλια χρόνια». Κάποια μέρα ο Γκίνσμπεργκ κάθεται με τον Κέρουακ στην όχθη του ποταμού στο Σαν Φρανσίσκο. Ο δεύτερος βλέπει ένα ψηλό αλλά ξεραμένο ηλιοτρόπιο, το οποίο ο πρώτος θεώρησε ως σημάδι της αφοσίωσής του στην αναζωογόνηση της ερωτικής και πνευματικής ενέργειας. Το λουλούδι γίνεται το έμβλημά του και σύμβολο του αφυπνισμένου ανθρώπου: «Πρόστυχο χτυπημένο παλιόπραμα, ηλιο-/ τρόπιό μου/ Ω ψυχή μου, σ αγάπησα τότε!… (…) Είμαστε όλοι/ όμορφα ηλιοτρόπια μέσα μας…» (Το δίδαγμα του ηλιοτρόπιου-1956).

Οι μπήτνικς ανήκουν στη δεύτερη γενιά των μεταναστών που είναι «ξένη» τόσο στην πατρίδα τους, την χώρα καταγωγής, όσο και στη μητρίδα τους, τη χώρα υποδοχής, όπου και γεννήθηκαν. Αυτοί είναι οι απάτριδες με όλη τη σημασία του όρου. Στο πασίγνωστο μυθιστόρημά του «Στο δρόμο» η ζωή και η γνώση αντιμετωπίζονται ως ταξίδι και ζώσα εμπειρία. Το βασικό στοιχείο του έργου είναι η περιγραφή της άλλης Αμερικής, αυτής που ήταν κρυμμένη πίσω από την επίσημη ιδεολογία του «αμερικάνικου ονείρου» και η οποία κινείται συνεχώς και άνευ λόγου στην προσπάθειά της να βρει το ανεύρετο όνειρο κάτω από την μεταπολεμική παράνοια του ψυχρού πολέμου και του μακαρθισμού. Την απογοήτευση ακολουθεί η αναζήτηση νέων αξιών μέσω της απόλυτης ελευθερίας, του αυθορμητισμού, τη σεξουαλική απελευθέρωση και τη ενεργή βίωση της ζωής ως πράξη. Στους κονφορμιστές της κυρίαρχης ιδεολογίας όλα αυτά ήταν χαρακτηριστικά αναρχικών και παρανοϊκών. Ο Κέρουακ εισήγαγε τον όρο beat σε μια συζήτηση με τον Τζων Κλέλον Χολμς. Έτσι, ο όρος beat είναι αμφίσημος, υποδηλώνοντας τον κατατρεγμένο άνθρωπο (beat down in life) και συγχρόνως τη θρησκευτική μακαριότητα (beatitude). Ο κατατρεγμένος, ο αποκλεισμένος έχει ως δέρμα την αγνότητα. Στη διεφθαρμένη μέσω του καταναλωτισμού αμερικανική κοινωνία οι αποκλεισμένοι είναι εκείνοι που δεν συμμετείχαν, ή που δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν σ αυτό το αλλοτριωτικό και παρακμιακό παιγνίδι. Ακόμη και οι αναγκασμένοι να ζουν εκτός του νόμου ήταν πιο αγνοί από όσους συμμορφωνόταν μ αυτόν, επειδή αντιστέκονταν στις απαιτήσεις μιας διεφθαρμένης κοινωνίας.

Το ρήμα «βλέπω» επιβάλλεται ως προφάνεια, ως απελευθερωτική πράξη. Το σώμα, η ύπαρξη, όλα κινητοποιούνται σε σχέση με το βλέμμα. Το «Εγώ» συμμετέχει στο κείμενο μέσω του «εγώ βλέπω». Μέσω της παρατήρησης των άλλων, το «εγώ» θα επιχειρήσει να βρει το δρόμο που θα οδηγήσει στον εαυτό. «Έχω δει τον ουρανό να κινείται», γράφει ο Κέρουακ στο «Σαν Φρανσίσκο μπλουζ». Εδώ η πράξη του οράν έχει τελειώσει. Ο δρόμος δεν πάει πιο μακριά. Ο αφηγητής δεν είναι πια ο ίδιος. Τώρα το βλέμμα κάνει την αντίστροφη πορεία, κινείται από κάτω προς τα επάνω, προς τον ουρανό. Ο Κέρουακ από παρατηρητής γίνεται παρατηρούμενος, εντάχθηκε δηλαδή στην ιστορία όπως ακριβώς οι ΗΠΑ εντάχθηκαν στην Ιστορία μετά την 11/9.

Τελικά, τα καλύτερα μυαλά εκείνης της γενιάς χάθηκαν όχι από την πολιτική ήττα της εξέγερσής τους, αλλά από τα ναρκωτικά. Αλλά αυτή ήταν τελικά και μια πολιτική ήττα, διότι στο επαναληπτικό ερώτημα του Βασιλικού: «Τι προσφέρεται, σε αντιστάθμισμα των όσων αρνείσθε;»[1], η μόνη απάντηση ήταν μια απροσδιόριστη μυστικιστική πίστη ή μια καρικατούρα Χριστού-Τσε Γκεβάρα, ενώ ό,τι ήταν χειροπιαστό δεν ήταν παρά το χασίς, η μεσκαλίνη και τα κάθε λογής ψυχοτρόπα! Τελικά, οι αριστεροί Αμερικανοί δεν αρνούνται ποτέ την κοινωνία, όπως νομίζει ο Ευρωπαίος, αλλά το… κορμί τους και πιο συγκεκριμένα το… κεφάλι τους. Το ζήτημα ήταν να απελευθερωθεί κανείς από τη φυλακή του σώματος, δηλαδή από την επιθυμία και εντέλει από την επιθυμία της επιθυμίας των άλλων, από αυτή την αιματηρή ιστορία των επιθυμούμενων επιθυμιών, που είναι η ανθρώπινη ιστορία σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση, δηλαδή σύμφωνα με μία ορισμένη ευρωπαϊκή οπτική, η οποία στην Αμερική περνάει μέσα από τη θρησκεία και τη «λατρεία του ΕΓΩ». Γι αυτό η αντίδραση των αριστερών της Αμερικής τη δεκαετία του 1960 θα είναι ο παροξυσμός του ατομικισμού, η «Εγωπάθεια»!

Παρόλα αυτά, η ποίηση των μπήτνικς, των «της μη συμμορφώσεως αγίων» του Εμπειρίκου, ήταν μια νέα ποίηση-πίστη ανυπάκουων «αγίων», ήταν μια νέα φωνή της συνείδησης, με οικολογικές, πολιτιστικές και εμμέσως πολιτικές αιχμές. Ο Χολμς, ο Γκίνσπεργκ, ο Κέρουακ, ο Μπάροουζ, ο Νηλ Κάσαντυ, ο Κόρσο ήταν αυτοί που επρόκειτο κατά τη δεκαετία του ’50, την εποχή της προβολής της ιδεολογίας του «αμερικανικού ονείρου» σε όλο τον κόσμο, να κηρύξουν ένα «νέο αγώνα», τον αγώνα εναντίον της παράνοιας που είναι εγγενής στον «αμερικάνικο μύθο» της νέας Ιερουσαλήμ, του περιούσιου λαού, του αμερικανικού τρόπου ζωής, αυτής της μεγαλειώδους ζωτικής ψευδαίσθησης που γέννησε ένα έθνος, ύστερα μία αυτοκρατορία και τώρα επιχειρεί να «αναγεννήσει» ολόκληρο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα κοινό θέμα διαπερνά με δραματικό τρόπο τα έργα του Κέρουακ και του Γκίνσμπεργκ, όπως παλαιότερα του Χέγκελ, του Χώθορν, του Μέηλερ, όλων, κι αυτό είναι το θέμα της τρέλας, ο θλιμμένος αμερικανικός παράδεισος που είναι κατάσπαρτος από κομμάτια σμπαραλιασμένων Εγώ, από άτομα σε αποσύνθεση. Γι αυτό η αποσύνθεση και ανασύνθεση του προσώπου-Εγώ έρχεται και επανέρχεται στην αμερικάνικη λογοτεχνία, αποτυπώνοντας την πραγματικότητα.

Γράφει ο Κέρουακ[2]: «Ακριβώς εκεί απέναντι υπάρχει ένα κέντρο αναψυχής – το βλέπεις! Λέγεται Nickel -O (πενταροδεκάρες), βλέπεις τη μεγάλη επιγραφή; – κι εκεί περίπου στις τέσσερις το πρωί, παίρνεις μια γεύση αποσύνθεσης· γερο-μεθύστακες, πόρνες, αδερφές, κακοποιοί, ναρκομανείς, όλα τα αποβράσματα της αστικής κοινωνίας μαζεμένα εκεί… κι όταν βρεθείς εκεί ανάμεσα σ όλα τα παιδιά του θλιμμένου αμερικάνικου παράδεισου, δεν μπορείς παρά να κοιτάξεις κατάματα, στην κατάθλιψη της μπεζεντρίνης (…) Θα δεις μεγαλοβιομήχανους να καταρρέουν ξαφνικά και να τρελαίνονται, θα δεις ιεροκήρυκες στον άμβωνα ξάφνου να εκρήγνυνται… θα δεις πως όλοι έχουν γίνει παράφρονες – ένα παρανοϊκό σύμπαν».

Η αμερικανική αριστερά της δεκαετίας του 1960, η «νέα αριστερά» ήταν μία «λόγια αριστερά»[3], μία αριστερά των πανεπιστημίων, η οποία δεν συνδέθηκε ποτέ με τους «κάτω», αφού οι θεσμικοί εκπρόσωποι των τελευταίων, τα συνδικάτα ήταν εξωνημένα ή διαβρωμένα. Έτσι, ποτέ τα διάφορα εγκλήματα τύπου «λαβ κάναλ» -πραγματικές γενοκτονίες- δεν έγιναν «σημαίες» του αριστερού κινήματος του ’60. Από εδώ προκύπτει η αδυναμία της Αριστεράς να διαμορφώσει μια ολιστική αντι-κουλτούρα, ή έστω να αντιληφθεί το λόγο των εμφύλιων συγκρούσεων των «κάτω» και την ανάγκη άμβλυνσης των επί μέρους διαφορών τους που διογκώνονταν σκόπιμα από τους «πάνω». Έτσι, η λόγια αριστερά δεν πρόβαλλε κάτι περισσότερο από το αίτημα του «μεσαίου αστού»(μικροαστού), για την αναγνώριση του ατομικού του Εγώ που τότε αναδύονταν από την άμορφη μάζα ενός Εμείς όπου το άτομο ήταν αόρατο, χωρίς εικόνα, χωρίς πρόσωπο. Η απάντηση στην παραδοσιακή αμερικανική ατομικότητα θα γίνει όχι με τη συλλογικότητα αλλά με την υπερδιόγκωση του εγώ, με μία υπερτροφική ατομικότητα, δίκην ομοιοπαθητικής. […]

Γιώργος X. Παπασωτηρίου – artinews

[1] Βασίλης Βασιλικός: Η μυθολογία της Αμερικής

[2] Κέρουακ: The Town and the City (Η Επαρχία και η Πόλη)

[3] Ο χαρακτηρισμός είναι του Ρ. Ρόρτυ

*Απόσπασμα από το δοκίμιο Homo Americanus, 2008

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *