Γύρισμα ενός κινηματογραφικού πορτρέτου του συγγραφέα, συνθέτη, τραγουδιστή, λαογράφου, ερευνητή και story teller Θωμά Κοροβίνη: γενικό. Ο Κοροβίνης περπατάει κατά μήκος του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, μέρα με ομίχλη, σαν τον Μπρούνο Γκανζ στο «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» του Αγγελόπουλου. Φοράει καμπαρντίνα σκουρόχρωμη, μακριά. Στον λαιμό ένα από τα χαρακτηριστικά φουλάρια του.

Ημιγενικό: Ανοίγει την καμπαρντίνα ως άλλος επιδειξίας. Αργές κινήσεις. Κοντινό: Ο Κοροβίνης, μέσα από την καμπαρντίνα του, δεν κρύβει τίποτα ικανό να σκανδαλίσει τα χρηστά ήθη. Κάτι πορτρέτα βλέπουμε μόνο να κρέμονται, ασπρόμαυρες cartes postales, του Στέλιου Καζαντζίδη, της Φλέρυς Νταντωνάκη, της Πόλυς Πάνου, του Ζεκί Μουρέν, ενός άγνωστου χαμαμτζή, μιας φελινικά βαμμένης τραβεστί και του Ελ Εντί Μπεν Σαλέμ. Ημιγενικό: Ο Κοροβίνης γυρνάει την πλάτη και φεύγει.

Γενικό: Ο Κοροβίνης χάνεται μες στην ομίχλη. Είναι ο Λαχειοπώλης του Ουρανού του Μόραλη με σάρκα και οστά. «Cut!» φωνάζει ο σκηνοθέτης. Και τότε ο Κοροβίνης βρίσκει την ευκαιρία να ξεκλέψει λίγο χρόνο, ένα δίωρο για την ακρίβεια, ώστε να κάνουμε μια ολοζώντανη κι ενδιαφέρουσα κουβέντα. Παραδόξως, όχι στη Θεσσαλονίκη, με ομίχλη, αλλά στην Αθήνα, με ηλιοφάνεια! Απολαύστε τη!

Στην παρουσίαση του βιβλίου σας, η Τίνα Μανδηλαρά το χαρακτήρισε «φεμινιστικό μανιφέστο». Τις αγαπάτε πολύ τις γυναίκες, κ. Κοροβίνη;

Ο φεμινισμός ως κίνημα στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο είχε τα παρατράγουδά του. Με αυτή την έννοια, νομίζω, το είπε η κ. Μανδηλαρά, ανατρέχοντας στην ιστορία του φεμινισμού των δεκαετιών του ’70 και του ’80, κατά τις οποίες έγιναν μεγάλες υπερβολές, παρατηρήσεις και, όπως ήδη είπα, παρατράγουδα. Αν αγαπώ τις γυναίκες; Ναι, τις αγαπάω, και πολύ, εφόσον από μικρό παιδί έζησα τη θέση της γυναίκας μέσα στην κοινωνία. Της μάνας που φέρνει τα παιδιά στον κόσμο, της συζύγου που υφίσταται όλα τα δεινά, της αδελφής που ανάλογα με την εποχή μπορεί να μην έχει καμία σχέση με τα άλλα παιδιά, τα αγόρια, της θυγατέρας, της γκόμενας. Παρόλο που τα πράγματα έχουν ισορροπήσει κάπως αναφορικά με τη θέση της γυναίκας, κυρίως στον δυτικό κόσμο, γιατί ακόμη υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με το Ισλάμ, εντούτοις οι γυναίκες εξακολουθούν να μην αντιμετωπίζονται ισότιμα.

Είναι οι γυναίκες τα ωραιότερα πλάσματα;

Όχι, αυτό δεν το δέχομαι. Δεν ξέρω τι λένε, αλλά ωραιότερο πλάσμα δεν είναι σίγουρα, δεν το συζητώ καν. Το ωραιότερο πλάσμα είναι ο άνδρας! Αν μια γυναίκα 50 ετών την ξεντύσουμε, την ξεστολίσουμε, την ξεμακιγιάρουμε και τη στήσουμε δίπλα σε έναν άνδρα 50 ετών, το παιχνίδι θα το κερδίσει ο άνδρας. Συνυπάρχουν, ωστόσο, και ιδρώνουν μαζί εις τους αιώνας των αιώνων, πότε από βάσανα και πότε από έρωτα. Τα φύλα μπορεί να συναλλάσσονται κατά τον ορθόδοξο έρωτα, όπου ένας άνδρας και μια γυναίκα πορεύονται συναισθηματικά και σεξουαλικά, αλλά είναι δύο κόσμοι εν πολλοίς ασύμπτωτοι. Είναι ξένοι κατά βάθος, είναι άλλη υπόσταση, άλλη ψυχοσύνθεση, άλλη κατάσταση. Εγώ τους αγαπάω και τους δύο. Πολύ!

Στον «Κατάδεσμό» σας, η ηρωίδα μπινελικώνει απ’ την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα τον σύζυγό της. Αναρωτιέμαι αν ένα τέτοιο έργο θα μπορούσε να κυκλοφορήσει από Τούρκο συγγραφέα στη σημερινή Τουρκία.

Θα μπορούσε. Στην Τουρκία, αυτοί που είναι «προχωρημένοι» στο μυαλό, στην τέχνη είναι πολλοί, μη σας πω περισσότεροι απ’ όσοι εδώ. Και πάλι, όμως, είναι λίγοι. Μιλάμε για ένα σύνολο πνευματικών ανθρώπων, μεγαλωμένων με τις παλιές δομές. Υπάρχουν, λοιπόν, προοδευτικά μυαλά στη σύγχρονη Τουρκία, με καινοτόμες και ρηξικέλευθες απόψεις περί τέχνης αλλά και περί της θέσεως της γυναίκας μες στην κοινωνία. Διανοούμενοι, λίγοι –επαναλαμβάνω–, οι οποίοι αγωνίζονται υπέρ των αδύναμων κοινωνικών ομάδων. Μην ξεχνάμε και τη σημερινή τουρκική κυβέρνηση, ένα είδος άτυπης δικτατορίας, νεωτερικής τυραννίας του Ερντογάν, με διώξεις και εξαφανίσεις δημοσιογράφων, ακτιβιστών, ομοφυλόφιλων, πολιτικών αντιφρονούντων.

Εξακολουθείτε να πηγαίνετε στην Κωνσταντινούπολη;

Όχι τώρα πια. Έχω να πάω έναν χρόνο και. Δεν μου κάνει κέφι. Αλλάζει ολόκληρη η ανθρωπογεωγραφία της. Κοιτάξτε, εγώ έχω διάφορες εμμονές. Οι εμμονές συνιστούν την ιδιαίτερη ταυτότητά μου. Αυτό συνιστά επίσης την επαφή με το παρελθόν της Πόλης, το οποίο παρελθόν αφορά την πολιτισμική της όψη. Αυτήν τη στιγμή η Πόλη είναι μια μείξη Βερόνας, Νέας Υόρκης και Ντουμπάι, κάτι που μου είναι άκρως απωθητικό. Εγώ είμαι άνθρωπος της ζωής, δημιουργός, δεν με ενδιαφέρει το πώς οι έμποροι θα φτιάξουν καινούργια κατάσταση, πώς θα χτίσουν ουρανοξύστες στο παλιό ιστορικό κέντρο.

Επίσης, είστε ένας άνθρωπος ζυμωμένος με τον λαϊκό πολιτισμό.

Ακριβώς. Κι αυτό στο στερούνε όχι μόνο στην Πόλη, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, τη δεύτερη πόλη-σημείο αναφοράς μου. Τώρα που μιλάμε, οι δύο αυτές πόλεις είναι εντελώς κάτι άλλο. Εγώ έχω τελειώσει μ’ αυτές, «δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό». Η Θεσσαλονίκη ίσως είναι ωραία για τους Αθηναίους μόνο! Και θέλω εδώ να πω ότι οι τύποι που με ενέπνευσαν, οι ήρωές μου, έχουν εκλείψει διά παντός, με αποτέλεσμα να ρίχνω ακόμη πιο βαθιά τον κουβά στο πηγάδι, μπας και αντλήσω λίγο αίμα ζεστό και λειτουργήσει το συναίσθημά μου με βάση τα όσα έζησα στη ζωή αυτή.

Σχεδόν δυστυχής ακούγεστε…

Με όλα τα αινίγματα που είχα να λύσω στο παρελθόν, δικτατορίες, σκιές του εμφυλίου κ.λπ., η επικοινωνία ήταν πιο ζεστή και πιο ανθρώπινη. Έβγαλε το λαϊκό τραγούδι, έβγαλε έρωτες – πού είναι εκείνοι οι έρωτες; Εγώ δεν βλέπω σήμερα στο βλέμμα να καθρεφτίζεται πόθος. Πώς μπορώ να πω ότι είμαι πιο ευτυχισμένος;

Ξαναπάω στην πρόσφατη βιβλιοπαρουσίασή σας και θυμάμαι τον Σαΐνη της «Εφημερίδας των Συντακτών» που είπε πως «ο Κοροβίνης, ό,τι και να σου πει, διήγημα θα το κάνει». Να συμπληρώσω, λοιπόν, κι εγώ τώρα πως πριν από λίγο καιρό που βρεθήκαμε στη Θεσσαλονίκη, σκέτο διήγημα ήταν και η ιστορία σας με έναν ταξιτζή που μου αφηγηθήκατε.

Για να έρθω να σας βρω τότε, πήρα ένα ταξί. «Πού θα πάτε;» με ρώτησε ο ταξιτζής. «Στο Αλκαζάρ» του είπα, ένα παλιό τζαμί που το κακομεταχειρίστηκαν οι νεοέλληνες, μέχρι που θα φτιαχνόταν το μετρό και θα το αποκαθιστούσαν ως σημείο πολιτισμού. «Αλκαζάρ δεν έχει εδώ» πετάχτηκε ο ταξιτζής, που πήγε να μου κάνει μάθημα, «έχει στην Αμερική». «Στην Αμερική έχει Αλκατράζ, όχι Αλκαζάρ» λέω σ’ αυτόν που μου μιλούσε με σπασμένη, γεωργιανή προφορά! Κι από κει και πέρα, με άρχισε σε ένα μάθημα ελληνοκεντρισμού, εθνικισμού άθλιου και φασιστικών δοξασιών με έναν δήθεν εθνοκεντρισμό του κερατά, όπου γύρισα και του είπα: «Άκουσε, εγώ είμαι Θεσσαλονικιός και δεν μπορείς να μου πεις εσύ τι θα γκρεμίσω και τι θα κρατήσω». Μου έλεγε, δηλαδή, να γκρεμιστεί το τζαμί και να γίνει εκκλησία, τέτοια πράγματα… Μέχρι και για το Σύμφωνο Συμβίωσης με «άρχισε», «πού καταντήσαμε, να παντρεύονται οι άνδρες» κλπ. Απάντησα ως εξής: «Τι ζόρι τραβάς; Στον πισινό σου δεν μπαίνει. Εκείνου που του μπαίνει, εκείνος ξέρει» (γέλια). Ε, μα τι να του ’λεγα; Αυτά είναι τα φοβικά φαινόμενα της προόδου, ίσως «προοδοφοβικά» να είναι η σωστή λέξη.

Φοβικά ως προς την πρόοδο ή ως απόρροια της προόδου;

Υπάρχουν άνθρωποι από χαμένα κομμάτια του ελληνισμού, σαν τον Γεωργιανό της ιστορίας, που οι συνθήκες τούς έκαναν να είναι πάρα πολύ σκληροπυρηνικοί και συντηρητικοί στην ιδεολογία τους. Έρχονται, λοιπόν, εδώ για να υποδείξουν μετασταλινικές μεθόδους διαβίωσης και συμπεριφοράς στον Έλληνα υπήκοο! Δεν γίνονται αυτά!

Ποια η σχέση σας με την Ορθοδοξία, κ. Κοροβίνη;

Κατά έναν περίεργο τρόπο μοιάζει να διαπερνά τον βίο και το έργο σας. Έχω λάθος; Έχω στενή σχέση με την Ορθοδοξία ως παράδοση. Δεν θέλω να την αλλάξω, ούτε βουδιστής θέλω να γίνω, ούτε καθολικός. Δεν έχω πίστη θρησκευτική, έχω όμως έναν πολύ ισχυρό δέσιμο με τις παραδόσεις της Ορθοδοξίας, όπως και με τις άλλες παραδόσεις. Επιπλέον, έχω σε «υπόληψη» κάποιους συγκεκριμένους Αγίους της.

Έτσι, ανέκαθεν, ή συνέβη κάτι;

Κατάγομαι από την παλιά Θράκη κι εμείς εκεί έχουμε τον Ορφέα, τον Βάκχο, τα αρχαία μυστήρια. Ένιωσα κάποτε δέος με τα Αναστενάρια! Αυτός ο προγονικός κόσμος με κάλεσε σαν να ήμουν μέρος του! Δεν πάτησα στα κάρβουνα, αλλά θα το ’κανα με χέρια και με πόδια, εφόσον είδα μέσα από το εικόνισμα να με καλεί ο πατέρας μου ως κάτι φυσικό! Αυτά τα πράγματα δείχνουν έναν άρρηκτο δεσμό μας με την παράδοση των αρχαίων προγόνων μας.

Μιλάτε τώρα ορμώμενος από μεταφυσική ή ποιητική διάθεση;

Είναι η ζωή μου! Όπως αγάπησα τη Φλέρυ και τον Καζαντζίδη, την περιπέτεια αλλά και την Αριστερά με μια πρωτόγονη επίσης αίσθηση. Η δική μου Αριστερά, για να προλάβω σχετική ερώτησή σας, είναι πρωτόγονη! Επειδή είμαι και άστεγος, αδέσποτος, διανοητής, άνθρωπος της ζωής, ήμουν έξω από τα κόμματα, αριστερά και αριστερίζοντα. Οι άνθρωποι σαν κι εμένα δεν καθυποτάσσονται, δεν γίνονται αρεστοί, αφού δεν μπαίνουν στη σειρά και δεν γίνονται στρατιωτάκια. Έτσι και με την Ορθοδοξία και τις άλλες δοξασίες, όλα φιλτράρονται μέσα από τη βιωματική καθημερινή μου πρόσληψη.

Είστε πολυπράγμων. Σ’ εμένα, ας πούμε, αποκαλυφθήκατε πρώτα ως μουσικοσυνθέτης και τραγουδιστής και μετά ως συγγραφέας.

Αυτή η ιδιότητα μού βγήκε έπειτα από έναν βασανιστικό και αδιέξοδο έρωτα. Έναν ερωτικό Γολγοθά που μ’ έριξε στα πατώματα. Άρχισαν έτσι να μου βγαίνουν τραγούδια –έπαιζα και λίγο μπαγλαμά–, μελωδίες πάνω σε στίχους μου, που μετά έφτιαξα με τη βοήθεια των μουσικών μου. Έγιναν τρεις δίσκοι ολοκληρωμένοι. Τη μουσική την έχω μέσα μου, κάτι που προφανώς προέκυψε απ’ την αγάπη μου για το λαϊκό-ρεμπέτικο τραγούδι. Ήταν οι προσλαμβάνουσές μου ως παιδιού μέσα από μια ταβέρνα, ένα καφενείο. Ο κόσμος μου, όπως είναι και η Παναγιά, οι έρωτες, η Αριστερά, η μυθολογία μου και οπωσδήποτε ορισμένοι σπάνιοι άνθρωποι που συνάντησα.

Πείτε μου μερικούς απ’ αυτούς τους σπάνιους ανθρώπους.

Η Διδώ Σωτηρίου, που ήταν δασκάλα μου! Στην Κωνσταντινούπολη είχα την τύχη και την τιμή να με πλησιάσει ένας θρύλος, να με πάρει τηλέφωνο η Διδώ Σωτηρίου, να μου πει «παιδί μου» και να ασχοληθεί με τη γραφή μου, αντιλαμβανόμενη τη συγγένεια με το «νεότερο». Μ’ αυτή την έννοια ακολούθησα κι εγώ την τακτική να «υιοθετώ» τους νεότερους δημιουργούς, που τους αντιλαμβάνομαι και τους ξεχωρίζω. Λένε πως και στη γενναιοδωρία παίζει ο παράγοντας της κληρονομικότητας. Τη γενναιοδωρία τη θεωρώ φυσική. Είχα ανθρώπους δίπλα μου, σαν τον Σαββίδη και τον Χριστιανόπουλο. Ειδικά του Χριστιανόπουλου, που δαγκώνει μαντροσκυλέ, του οφείλουμε μεγάλη ευγνωμοσύνη για το ποιητικό του έργο. Υπήρχαν, όμως, κι άλλοι άνθρωποι, που είτε σε διαλέγουν, είτε τους διαλέγεις, είτε ακόμη σε φέρνει η τύχη κοντά τους: ένας μάγκας που τον κάνεις παρέα, ένα κοριτσάκι που πουλάει το κορμί του στον δρόμο – κι αυτοί όλοι δάσκαλοι είναι!

Τη Φλέρυ Νταντωνάκη, αλήθεια, την είχατε γνωρίσει; Έχετε γράψει ένα ωραίο τραγούδι γι’ αυτήν.

Το τραγούδι λέγεται «Φλέρυ» και υπάρχει στον πρώτο μου δίσκο. Λέει: «Στις άγριες πολιτείες, τι γύρευες τρελή; Σε σκοτεινά λιμάνια να ψάχνεις για ψωμί. Να ψάχνεις το μαχαίρι, να σπάσεις τα δεσμά, για πάντα να πετάξεις στα μυστικά πουλιά» (σ.σ. τραγουδάει ολόκληρο το τραγούδι). Με τη Φλέρυ δεν γνωριστήκαμε από κοντά, είχαμε όμως συχνή τηλεφωνική επικοινωνία. Δεν την πρόλαβα, αλλά είχε ακούσει το τραγούδι που σας τραγούδησα! Της άρεσε και το παίνευε, περνούσε μια φάση δύσκολη τότε. Μου έλεγε: «Εμένα, τώρα, όλοι με κοροϊδεύουνε». Ήταν το ’85-’86, λίγο πριν από τη συμμετοχή στον δίσκο του συγκροτήματος Τερμίτες, κι αισθανόταν ότι την περιφρονούν, αυτό μου είχε μεταφέρει. Στις κουβέντες μας κάπου χανόταν, μου μιλούσε για γάμο και πως πρέπει να παντρευτώ κι εγώ την άκουγα και τη σεβόμουν. Είχαμε και τέτοια παράδοξα, να της μιλάω εγώ στον ενικό κι αυτή στον πληθυντικό. Την τιμώ και τη δοξάζω ως τη «Φλέρυ, την τραγουδίστρια του Ουρανού», και όσο ζούσε και όταν απεβίωσε. Η Φλέρυ ήταν ένθεη, συνομιλούσε με το επέκεινα με έναν τρόπο δικό της. Είναι ένα πρόσωπο τρανό της προσωπικής μου μυθολογίας.

Όπως και ο Καζαντζίδης, για τον οποίο γράψατε κι εκδώσατε ολόκληρο βιβλίο-ντοκιμαντέρ.

Ούτε αυτόν τον γνώρισα. Η γυναίκα του μου λέει καμιά φορά: «Είσαι ο μόνος που έπρεπε να τον είχε συναντήσει, γιατί θα μιλάγατε αγκαλιασμένοι για μέρες». Της είπα: «Βάσω μου, δεν ήρθα για να μην τον κουράσω». Ο Στέλιος πέθανε έναν μήνα μετά τον θάνατο της μάνας μου κι επειδή η μάνα τα σκεπάζει όλα, δεν τον έκλαψα. Όταν πέρασαν ένα-δυο χρόνια, χτυπούσα το κεφάλι μου κι έλεγα: «Πώς δεν θρήνησα αυτό το Ιερό Τέρας, τον Καζαντζίδη;». Έπρεπε κάτι να κάνω! Έτσι έγινε αυτός ο μεγάλος τόμος που βγήκε στην Οδό Πανός και που περιλαμβάνει μαρτυρίες πάρα πολλών ανθρώπων.

Κι εγώ συναντούσα, ξέρετε, για χρόνια τον Καζαντζίδη στη γειτονιά μου, αλλά ντρεπόμουν να του μιλήσω.

Αυτό είναι λάθος μας, μεγάλο! Έβλεπα κάθε μέρα τον σκηνοθέτη, τον Τάκη Κανελλόπουλο, αλλά με τρόμαζε, δεν πήγα ποτέ να του μιλήσω.

Σας τρόμαζε ένας τόσο ευαίσθητος άνθρωπος, απ’ όσα μου έχουν πει;

Κι όμως! Το ίδιο και με τον Ταχτσή, όπως και με τον Ιωάννου, που δεν τον πρόλαβα. Έχω γράψει γι’ αυτούς, τους λάτρεψα, μα δεν τους πλησίασα. Πλέον δεν το κάνω αυτό. Υπήρχε ο φόβος της απομυθοποίησης που θα οδηγούσε στην απόρριψη. Λάθος στάση, το ξαναλέω. Νομίζω πως άλλαξα μετά τη γνωριμία μου με την Πόλυ Πάνου. Οι άνθρωποι έχουν πολλά τρωτά, είναι αυτό που μου έλεγε ο φίλος μου, ο αείμνηστος Νίκος Χουλιαράς: «Φυσάει πολύ ψηλά εκεί πάνω»! Με ρωτάνε να πω για τον Καζαντζίδη, για τον Ρασούλη κι εγώ απαντώ: «Τι να πω; Τα έγραψα, τα έζησα με τον δικό μου τρόπο». Λένε: «Ο Ρασούλης ήταν μόνος στο τέλος», πήγαινε και καθόταν σε ένα καφέ, αλλά από σεβασμό δεν πλησίαζαν να του μιλήσουν.

Κάτι που, φυσικά, θα το χαιρόταν ο Ρασούλης.

Πάρα πολύ! Όλοι θα το χαίρονταν! Εδώ εγώ, που είμαι λίγο γνωστός, όποτε με πλησιάζουν να μου μιλήσουν, το χαίρομαι και το απολαμβάνω. Μου αρέσει να προσφέρω κι εγώ με τη φωνή μου, με τον λόγο, με τη συμβουλή μου.

Από την άποψη της παραγωγικότητας, υπερτερεί το μουσικοσυνθετικό σας έργο;

Η αλήθεια είναι πως έχω πάρα πολλά τραγούδια. Σταθερή συνεργάτιδά μου είναι η Λιζέτα Καλημέρη. Τραγούδια μου έχουν πει και ο Δημήτρης Ζερβουδάκης, η Μαρία Φωτίου, η Σοφία Εμφιετζή. Πολλά τραγούδια, λοιπόν, που έγιναν δίσκοι όπως σας είπα.

Πιστεύετε πως οι παραγωγικοί άνθρωποι είναι κατά βάθος «τραυματίες πολέμου»;

Όχι πάντα, αλλά ισχύει ενίοτε. Όλοι έχουμε πάθει, αλλά συνεχίζουμε. Εγώ δεν μένω ούτε στα παθήματα, ούτε στις αναπηρίες, ούτε στα τραύματα. Θα έλεγα ότι είμαι «τραυματίας ειρήνης», αλλά παίρνω την πατερίτσα μου και περπατάω.

Τι συμβαίνει μ’ εσάς τους Θεσσαλονικείς καλλιτέχνες και τον ενδυματολογικό σας κώδικα; Τη μια ο συγχωρεμένος Νίκος Παπάζογλου με τα τζιν και τα κόκκινα μαντήλια του, την άλλη ο Κοροβίνης με τα αριστοκρατικά φουλάρια του…

Ο Νίκος επέβαλε το στυλ αυτό, το καθιέρωσε και του πήγαινε πολύ. Ήμασταν πολύ αγαπημένοι και συνδεδεμένοι. Του είχα γράψει κι έναν θρήνο που δημοσιεύθηκε στη LiFO. Εγώ από μικρός, από φοιτητής, ήμουν παιδί κυνηγημένο. Στα χωριά, ξέρετε, δεν ήταν καλοδεχούμενα τα παιδιά σαν κι εμένα. Καλό παιδί ήμουν, αλλά διαφορετικό. Κοίταζα προς τα έξω, αποτασσόμουν τη μικροαστική καταπιεστική συνθήκη ζωής. Έτσι, λοιπόν, θέλοντας να γνωρίσω την κοινωνία, τον έρωτα και τα νέα ρεύματα, ξεκίνησα με τα αμερικανικά ρούχα. Φορούσα κάτι μπλε και μαύρες καμπαρντίνες μέχρι το γόνατο με το σήμα του Τσε Γκεβάρα απάνω. Τώρα το βάλανε μέχρι και στην κωλοτρυπίδα τους, τότε ήμουν ο μόνος. Στην πορεία, το φουλάρι έγινε το σήμα-κατατεθέν μου. Έχω γύρω στα 500 φουλάρια, μεταξωτά τα πιο πολλά, με όλα τα χρώματα της ίριδος. Όταν έγινα καθηγητής του Δημοσίου, είπα μέσα μου: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι σαν εσένα. Πώς θα πας εσύ έτσι;». Κι όμως, πήγα και δεν αντιμετώπισα κανένα πρόβλημα. Οι άνθρωποι, ξέρετε, όταν υπερασπίζονται αυτό που είναι, συναντούν τελικά τον σεβασμό των άλλων.

Εντάξει, με φουλάρια πηγαίνατε κι εσείς, όχι με τσαρούχια και σομπρέρο! Θα μείνω στο σχόλιο μιας κυρίας που σας είδε και της ξέφυγε ένα: «Μα, τι αρχοντάνθρωπος ομορφάντρας είν’ αυτός!».

Σαράντα χρόνια έτσι είμαι εγώ, δεν αλλάζω, αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι η εμφάνιση είναι παραπλανητική. Πρέπει να συνοδεύεται απαραιτήτως και από άλλα, να αποτελεί μέρος ενός συνόλου.

Το κερδίζετε εσείς αυτό, με τον λόγο σας! Μιλήσατε πριν για έναν «βασανιστικό, αδιέξοδο έρωτα», ενώ τις προάλλες κλείσατε την εκδήλωση ευχόμενος στον κόσμο «καλούς έρωτες». Θα ήθελα να επεκταθείτε.

Οι Λατίνοι έλεγαν «τους τολμηρούς βοηθάει η τύχη» κι εγώ υπήρξα τολμηρός στον τομέα αυτό. Βάζω δίπλα και το τρίπτυχο του Ελύτη: «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη». Κάπως έτσι πάνε τα πράγματα. Έχω παρρησία ως άνθρωπος, είμαι ρωμαλέος άνθρωπος. Είχα πολλούς έρωτες, μεγάλους, εκρηκτικούς, Βεζούβιους! Κάποτε! Δεν χορταίνεται το άτιμο!

Ξέρετε τι είχε πει παλιότερα, σε συνέντευξή του, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, απ’ τη δική του σκοπιά βέβαια; «Τι συμβαίνει και το θέλουμε το μουνί μέχρι τα 90 μας;».

Για μένα ο έρωτας δεν είναι μόνο αυτό, είναι μια πληρότητα. Μου αρέσει να ερωτεύομαι, μου αρέσει η καψούρα κι ας μην έχω ανταπόκριση. Μου αρέσει να βρίσκομαι σε ερωτική κατάσταση. Μου αρέσει κάτι να με «ξεγελάσει», να μου δημιουργήσει έναν μύθο μέσα στον οποίο θα ζήσω. Αν επέλθει η ολοκλήρωση, ακόμη καλύτερα, διότι έχουμε κι ένα σώμα που κι αυτό διεκδικεί τα δικαιώματά του.

Κι έτσι γεννιέται ένα τραγούδι ή ένα διήγημα;

Αυτά δεν τα ελέγχεις, αποθηκεύονται. Ή, θα μπορούσαμε να πούμε, πως έτσι ήρθαν οι τρεις μεγάλοι έρωτες: ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός και ο Καβάφης. Με τους δύο πρώτους ασχολήθηκα. Μου «έμεινε» ο Καβάφης, που είναι ο πιο δύσκολος, ως ζωή, ως μύθος, ως ατμόσφαιρα. Για την τέχνη δεν υπάρχει χαμένος χρόνος. Δοθείσης ευκαιρίας, πέφτεις με τα μούτρα, επιδίδεσαι και αποδίδεις σε αυτά που έχεις κρυμμένα και μελετημένα μέσα σου. Είναι και να τολμάς, επίσης. Χρειάζεται τόλμη να κάνεις αυτό που έκανα εγώ, τον Παπαδιαμάντη ήρωα σε λαϊκό βιβλίο. Τον έβαλα να περπατάει ανάμεσά μας, τον έφερα σε γήινα επίπεδα.

Πώς σας φαίνεται η Αθήνα σήμερα, εδώ που καθόμαστε με ήλιο και πίνουμε τον καφέ μας;

Δεν έρχομαι τακτικά, αν και την αγαπώ πολύ. Δεν την έχω ζήσει όμως και πολύ. Ίσως γιατί έχω το σύνδρομο του Θεσσαλονικιού που βρίσκεται σε διάσταση με την Αθήνα. Οι μεν Θεσσαλονικείς βλέπουν γλυκά την Αθήνα ως πρωτεύουσα, οι δε Αθηναίοι δεν την πολυχωνεύουν, γιατί είναι σαν να τους τρώει το ψωμί. Δεν μου αρέσει όλη αυτή η διένεξη και η φαγωμάρα, όμως η Θεσσαλονίκη είναι σε δεύτερη μοίρα. Τη χρειαζόμαστε για να έχουμε ένα δεύτερο κέντρο, να μην περιοριζόμαστε εδώ.

Σας βρίσκει σύμφωνο η υπέροχη ρήση του Μάνου Χατζιδάκι: «Η αμαρτία είναι βυζαντινή κι ο έρωτας αρχαίος»;

Ο Μάνος, ως προς την ατμόσφαιρα, το συνέλαβε καίρια αυτό. Αναφερόταν στη Θεσσαλονίκη με τα «Τραγούδια της Αμαρτίας» σε ποίηση Χριστιανόπουλου και το ’χε δικαιολογήσει. «Αμαρτάνω» σημαίνει «σφάλλω», άρα σηματοδοτείται από τη θρησκευτική πλευρά και γίνεται αντιληπτό αν είσαι καβαφικός, δηλαδή εν μέρει «εθνικός», εν μέρει «χριστιανίζων». Εκεί μέσα εμπεριέχεται και το παγανιστικό, δηλαδή το ερωτικό, το οργιαστικό, η λατρεία του σώματος, μαζί όμως με το σεβαστικό, που μας κάνει σεμνούς και μας συγκρατεί λίγο από τη σαχλαμάρα και την ασυδοσία. Αυτό το οφείλουμε στον βυζαντινισμό και σε αυτό, τελικά, που είπε ο Χατζιδάκις. Αμαρτάνω δηλαδή, αλλά δεν του «γαμώ τη μάνα»! Κάτι πρέπει να υπάρχει να σε συγκρατεί για να μη φτάνεις στα άκρα. Κι εδώ αναφέρομαι στο «όργιο» του ανθρώπινου χαρακτήρα, όχι αποκλειστικά στον έρωτα.

Είναι αυτό που υποστηρίζουν οι ψυχίατροι: η οργιαστική πλευρά του ανθρώπου, η μόνιμη σεξουαλική του εγρήγορση, κρύβει την αγωνία του μυαλού να μην «ξεφύγει» και να πιαστεί από το κορμί.

Μάλιστα! Σωστό! Αν και νόμισα πως λέγαμε κάτι άλλο, τελικά η άποψη αυτή με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Η δική μου ψυχική ισορροπία έγκειται στο ότι είμαι πολύ πληθωρικός, πολύ παραγωγικός και πολύ φλογερός δημιουργός. Ανά πάσα στιγμή παρατηρώ τον κόσμο, ζω με τον κόσμο. Τώρα, αυτήν τη στιγμή, μπορώ να σας κάνω τραγούδι.

Να κάνω, δηλαδή, μια παραγγελιά τώρα;

Η παραγγελία δουλεύει πολύ καλά για μένα. Χαίρεσαι την πρώτη επικοινωνία με τον άλλον, καταρχάς.

Μπορεί να έχουν χαλαρώσει οι δεσμοί σας με τη Θεσσαλονίκη και την Πόλη, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με το Πήλιο.

Το Πήλιο ήταν ένα μεγάλο δώρο. Ζω σε ένα μεγάλο κτήμα, σε μια εύπορη πεδιάδα κοντά στον Βόλο, δίπλα στη θάλασσα. Έναν σπόρο να πετάξεις κάτω, σε δυο χρόνια θα γίνει δέντρο και θα δώσει καρπούς. Μια ευλογία της Εδέμ, κι εγώ είμαι και άνθρωπος της γης. Επειδή ακόμη τις περιουσίες τις κάνουμε για να τις φάμε μαζί με τους άλλους, το κτήμα αυτό είναι ανοιχτό πάντοτε. Έτσι, και φέτος τον Ιούλιο θα κάνω αυτήν τη συνάντηση εν είδει διαλόγου μεταξύ λογοτεχνίας και μουσικής με θέμα τον έρωτα. Θα συναντηθούν δημιουργοί του λόγου απ’ όλη την Ελλάδα και μαζί με μουσικούς θα στήσουμε μια μεγάλη βραδιά. Τον περισσότερο χρόνο, τον μισό και παραπάνω, ζω εκεί πλέον.

Όχι ως ερημίτης, να υποθέσω.

Καθόλου. Έχω αναπτύξει μεγάλη ακτιβιστική δράση με το πανεπιστήμιο, με καθηγητές, διανοούμενους, κινηματογραφιστές, παρουσιάζω βιβλία, προτείνω νέους ανθρώπους.

Με εντυπωσιάζει το πόσο ερωτευμένος είστε με τη ζωή, κ. Κοροβίνη. (σ.σ. γελάει δυνατά)

Η φίλη μου η Ιωάννα Καρυστιάνη λέει: «Τον Κοροβίνη, όπου και να τον πετάξεις, θα περάσουν καλά οι άλλοι μαζί του κι αυτός μαζί τους». Δεν το ’χουν όλοι αυτό κι εγώ από τη φύση μου αγαπώ τους ανθρώπους, είμαι ανθρωποκεντρικός. Σε όλους, μα όλους τους ανθρώπους δίνω την ίδια αξία, τηρουμένων των αναλογιών, βέβαια. Αν έχω απέναντί μου ένα κάθαρμα, θα το χειριστώ ανάλογα. Ποτέ, όμως, δεν δίνω παραπάνω αξία σε έναν διάσημο από έναν άσημο άνθρωπο. Αυτό μου δίνει την ευκαιρία να έχω μια ωραία συνδιάλεξη.

Και μια ηρεμία επίσης. Σας παρατηρούσα πόσο ήρεμος ήσασταν την ώρα που οι πάντες έτρεχαν με τα οργανωτικά της εκδήλωσής σας.

Παλιά κι εγώ έτσι ήμουν, είναι θέμα συνήθειας. Με κάλεσαν κάποτε στο Ηρώδειο να διαβάσω κομμάτια σε μια συναυλία Ελλήνων με Τούρκους μουσικούς. Εκεί ήταν ο ηχολήπτης του Χατζιδάκι, ο Σμυρναίος. «Κύριε Κοροβίνη, εδώ θα κάθεστε εσείς» μου υπέδειξε αυστηρά. Λέω: «Σας παρακαλώ, μη φωνάζετε»… Από κάτω ήταν ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Μίκης Θεοδωράκης, η Ειρήνη Παππά, όλοι αυτοί οι μεγάλοι μύθοι. Τότε είπα μέσα μου: «Δεν υπάρχει κανείς! Είμαι μόνο εγώ κι αυτοί όλοι είναι γλάστρες» – έτσι όπως σας το λέω! Έτσι έκανα τη δουλειά μου και μπόρεσα να αντεπεξέλθω μπροστά σ’ ένα τόσο μεγάλο κοινό.

Αντιπαθώ τους σνομπ κι εσείς δεν το ’χετε καθόλου αυτό. Είστε ο ορισμός του λαϊκού διανοούμενου.

Αυτό το κράμα είμαι ακριβώς. Αντιπαθώ τη σνομπαρία, δεν τα θέλω καθόλου αυτά τα πράγματα. Ακούστε, μία φορά γνώρισα τον Αξελό – άλλος μύθος για μένα. Απλησίαστος! Καθόταν κάπου, κάπνιζε κι έπινε. Τον πλησίασα. Αφού είπαμε περί ανέμων και υδάτων, κάποια στιγμή τον ρώτησα: «Κύριε Αξελέ, τι αξίζει τελικά στη ζωή; Εσείς μπορείτε να μου πείτε ίσως». Και μου λέει: «Αυτό που κάνουμε τώρα. Το ουίσκι που πίνουμε και η κουβέντα που γίνεται». Αυτή είναι η απλότητα! Ένας μέγιστος διανοητής που είχε την αμεσότητα του παιδιού που μαθαίνει απ’ τον δάσκαλο και το αντίστροφο.

Το ίδιο ακριβώς απάντησε και σ’ εμένα ο Νίκος Κούνδουρος πριν από μερικές εβδομάδες.

Αυτός είναι σοφός άνθρωπος. Και η απλότητα ανέκαθεν ήταν το μεγαλείο του ανθρώπου.

Κι αν ρωτούσα εγώ εσάς τώρα τι αξίζει στη ζωή που ζούμε;

Θα σας απαντούσα με μια ιστοριούλα πάλι: Ρώτησα τις προάλλες κάτι έναν τσιπουρά στον Βόλο. Νίκο τον λένε, αλλά τον φωνάζουν Τουρκάλα, γιατί στο μαγαζί του παίζει τουρκικά τραγούδια.

Γιατί Τουρκάλα και όχι Τούρκο; Γκέι είναι;

Όχι, καλέ! Ξέρω ‘γω, μπορεί να είναι. Όλοι γκέι είναι κατά έναν τρόπο. Κανείς δεν ξέρει τίποτα για κανέναν, εγώ δεν ξέρω τίποτα (γέλια). Του λέω, λοιπόν «Νίκο, τι αξίζει στη ζωή;» και μου απαντάει «Να περνάμε καλά! Όποτε και όπως, να περνάμε καλά!». Αυτό που αξίζει είναι, τελικά, η εσωτερική ικανοποίηση που προέρχεται από την αρετή. Και αρετή είναι και η ερωτική πληρότητα, ακόμη κι αν δεν σε προσέχει κανείς ερωτικά. Είναι να μεγαλώσεις ένα παιδί, όχι όμως να το κάνεις για να ’χεις την αυτοεπιβεβαίωση του γονέα και μετά να το παραμελήσεις. Να είσαι δάσκαλος και μαθητής, να συμβουλεύεσαι και να μαθαίνεις καθόλη τη διάρκεια της ζωής σου. Εγώ κάθομαι και βλέπω δύο μωρά να παίζουν και μαθαίνω απ’ αυτά, τον τρόπο σκέψης τους, τις κινήσεις τους. Αρετή είναι, τέλος, ένας ένδοξος έρως, απ’ τον οποίο χτυπά η καρδιά, ζωηρεύει το σώμα και το αίμα χοροπηδάει, ούτως ώστε να βγει κι ένα καλό τραγούδι.

Εχθρούς έχετε; Δεν γίνεται να μην έχετε.

Έχω, δεν θα ’χω; Δεν τους αφήνω. Δεν τους δίνω χώρο.

Δεν σκέφτεστε ότι κάποιος μπορεί να σας επιβουλεύεται;

Δεν τελειώνουν αυτά. Και σ’ ένα μοναστήρι να πας να κλειστείς, στο Άγιο Όρος, όπως πάνε οι μοναχοί για να σώσουν την ψυχή τους, θα εμφανιστεί κάποιος και θα τους σκανδαλίσει. Γιατί πας να σπάσεις τη μοναξιά και την προσευχή του άλλου; Για να αυτοϊκανοποιηθείς εσύ; Γι’ αυτό σου λέω, αγόρι μου, δεν γλιτώνεις από δαύτα.

Πώς θέλετε να κλείσει η συνέντευξη αυτή;

Αγάπη! Αγάπη και ειρήνη! Και «Κάτω ο καπιταλισμός»! Μάχη ενάντια σ’ αυτήν τη βέβηλη βαρβαρότητα που ήρθε σαν λαίλαπα για να σαρώσει ό,τι ωραιότερο υπάρχει στον πλανήτη!

Αντώνης Μποσκοΐτης – “Lifo”

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *