Τι στεναχώρια είν’ αυτή, μου έρχεται να σκάσω!

ψιθύριζε ο Τζερόνιμο κι ολημερίς βογκούσε

μπαινόβγαινε στις αίθουσες ψάλλοντας λυπημένα

ή άλλαζε τροπάριο και έριχνε καντήλια.

 –Τι έχεις πάθει αρχηγέ, ρωτάει ένας ινδιάνος

(τον λέγανε Θεσπέσιο κι ήταν αποσπασμένος

απ’ τη γενναία τη φυλή των ένδοξων Κομάντσι

γιατί ήταν υπάκουος, λέν’ οι κακές οι γλώσσες).

Ο φίλος μου Θεσπέσιε, ο λατρευτός μου φίλος

με ξέχασε, με έγραψε και έχει να πατήσει

μέρες πολλές το πόδι του εδώ στο φτωχικό μας.

Κάθε νηστεία ερχότανε για να τονε φιλέψω

ρήμαζε τα μαλάκια, τσάκιζε τους μεζέδες

και τώρα που ‘ρχονται γιορτές με έχει συνδεμένο.

Τώρα ήπιε ρούμι, μέθυσε από τα μεγαλεία

στην Κούβα, στην ανατολή, στα πέρατα του κόσμου

μα θα ‘ρθει σαν σε χρειαστεί ή άμα τον φωνάξεις

πάλι θα φάτε όπως παλιά και πάλι θα τα πείτε.

Ησύχασε ο Τζερόνιμο και μέτρησε τις μέρες

λίγη νηστεία έμεινε κι έρχεται η γαλοπούλα

το γουρουνόπουλο ψητό με σος και κουκουνάρια,

γλυκά, μελομακάρονα, κονιάκ κι ωραία πούρα

που –δεν μπορεί- θα έφερε πεσκέσι απ’ την Αβάνα.

Να δεις θα έρθει, δεν μπορεί μακριά απ’ τα ωραία

κανείς ποτέ δεν μπόρεσε από αυτή τη φάρα

αυτοκαθησυχάστηκε ο τσιφ και περιμένει…

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *