Ο υπό συγκρότηση πόλος της σοσιαλδημοκρατίας μέχρι πρότινος φαινόταν να λειτουργεί όπως εκείνος ο αργός στις κινήσεις σκακιστής όταν βλέπει ένα φορτηγό να έρχεται καταπάνω του, κάνει ό,τι και όταν παίζει σκάκι. Αργεί να αποφασίσει. Τώρα ίσως κάτι αλλάξει. Κάτι κινείται. Παρόλα αυτά, τα βαρίδια της στερεότυπης σκέψης και πρακτικών καλά κρατούν.

Πώς θα γίνει η προγραμματική ανασυγκρότηση του χώρου; Με τουρισμό, με τζατζίκι, με σουβλάκι, με κοινοτοπίες «ο πολιτισμός η εθνική μας βιομηχανία» ή με κοινοτοπίες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις “που αποτελούν την ραχοκοκαλιά της εθνικής μας οικονομίας”; Ή μήπως υποστηρίζοντας τα «δίκαια» αιτήματα των αγροτών για κάθε στρέμμα και το τρακτέρ του, που διαιωνίζουν τον κατακερματισμένο αγροτικό χώρο; Αναφορές και κοινοτοπίες που χαρακτηρίζουν μια παλιά, παρωχημένη Ελλάδα.

Γιατί το μείζον δίλημμα σήμερα δεν είναι «παλιά ή νέα κόμματα» αλλά Παλιά ή Νέα Ελλάδα. Και Νέα Ελλάδα με μεγαλοστομίες, κοινοτοπίες και ιδεοληπτικούς τακτικισμούς δεν γίνεται. Παρόλα αυτά είμαστε υποχρεωμένοι να συνειδητοποιήσουμε ότι τώρα είναι η μεγαλύτερη ευκαιρία για να πραγματοποιηθεί η ενότητα του χώρου. Ένα τέτοιο εγχείρημα όμως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από τα πάνω. Πρέπει να συμμετάσχει και η κοινωνία από τα κάτω. Και για να γίνει αυτό πρέπει να την εμπνέεις. Που σημαίνει ότι πρέπει να γκρεμίζεις τα τείχη που σε εμποδίζουν να δεις τι θέλει η κοινωνία. Να απευθυνθείς σε αυτήν χρησιμοποιώντας τους κομματικούς σου μηχανισμούς, χωρίς όμως να νομίζεις ότι η κοινωνία είναι αυτοί οι μηχανισμοί. Η κάθοδος στην κοινωνία όπως και η ανάπτυξη δεν διατάσσονται. Πραγματοποιούνται με σχέδιο που βασίζεται στον πλούτο των αναλύσεων, των ιδεών και των προτάσεών σου.

Τίποτε δεν μπορεί να γίνει, αν αυτό το εγχείρημα δεν γίνει υπόθεση των ίδιων των πολιτών, και για να γίνει αυτό χρειάζεται και εμπνευσμένες ηγεσίες -πολιτικές και πνευματικές- από τα πάνω αλλά και πολίτες σίγουρους ότι κάποιοι όχι μόνο θα τους ακούσουν, όχι μόνο θα λάβουν σοβαρά όσα αυτοί λένε, αλλά και θα συνειδητοποιήσουν ότι αυτό το εγχείρημα δεν είναι μία σωσίβια λέμβος για αποτυχημένες πολιτικές. Χρειάζεται ένα Μέγαρο Ιδεών, όπου θα διακινούνται ιδέες κατά του κρατισμού και των πελατειακών δομών και κυρίως κατά της κοροϊδίας με προοδευτικό πρόσημο των πολιτών.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αν αυτός ο χώρος δεν ενωθεί, τότε θα χαθεί. Αυτοαναφορικότητα χωρίς περιεχόμενο. Πολύ που τη νοιάζει την κοινωνία αν θα χαθεί ο χώρος ή όχι. Αυτό που τη νοιάζει είναι αν θα χαθεί η ίδια ή όχι.

Αν πεισθεί πως η συγκρότηση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας –ή όπως αλλιώς και να ονομαστεί- εκφέρει μια αφήγηση διαφορετική από τις υπάρχουσες για τη σωτηρία της χώρας, τότε θα στρατευθεί μαζί της, αν δεν πεισθεί, θα αδιαφορήσει.

Βεβαίως είναι σίγουρο πως στο πλαίσιο της δημοκρατίας δεν μπορείς να κάνεις πολιτική χωρίς κόμματα. Ακόμη και αν τα θεωρείς ή είναι «παλιά». Αλλά την ίδια στιγμή οφείλουμε να κατανοήσουμε πλήρως την αγωνία όλων όσοι υποστηρίζουν ότι ο υπό διαμόρφωση προοδευτικός πόλος δεν θα υπάρξει αν δεν εκφράσει εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που σήμερα βρίσκεται εκτός των υπαρχόντων κομματικών σχηματισμών. Και για να γίνει αυτό πρέπει να βρει το στίγμα του, αλλά και τους νέους ανθρώπους. Αυτό όμως δεν γίνεται φτιάχνοντας προγράμματα χωρίς να γνωρίζεις «με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις». Πριν από τα προγράμματα χρειάζεται να ξέρεις για ποιους γίνονται, σε ποιους απευθύνεσαι και ποιους υποστηρίζεις με το πρόγραμμά σου.

Σήμερα οι αφηγήσεις του κυβερνώντος αριστεροδεξιού συνασπισμού εξουσίας από την μια και της αξιωματικής αντιπολίτευσης από την άλλη επιδιώκουν να συσπειρώσουν δύο μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας.

Ο μεν ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ απευθύνεται στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα και στους δημόσιους υπαλλήλους. Δεν λέω ότι τα υποστηρίζει, αλλά ότι εμφανίζεται επικοινωνιακά πως τα υποστηρίζει. Γι αυτό φορολογεί βαρύτερα όσους έχουν μεσαία εισοδήματα – γνωρίζοντας πως μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων του και των δημοσίων υπαλλήλων δεν έχει τέτοια εισοδήματα.

Η Ν.Δ. επιδιώκει να εκφράσει τα μεσαία στρώματα και τους ιδιωτικούς υπαλλήλους που απειλούνται από απόλυτη κατάρρευση και, εκμεταλλευόμενη το διάχυτο κλίμα δυσαρέσκειας από τη λειτουργία του δημόσιου τομέα, προτείνει πολιτικές κοινωνικού αυτοματισμού. Και οι μεν και οι δε, κατά κάποιον τρόπο, έχουν επιλέξει τις κοινωνικές τους αναφορές, έστω και αν οι προτάσεις τους δεν καλύπτουν αυτό που δήθεν επικαλούνται.

Στη σημερινή Ελλάδα χρειάζονται πολιτικές που θα εκφράζουν την συμμαχία των μισθωτών με τα μεσοστρώματα και την υγιή επιχειρηματικότητα, πολιτικές που θα καταλήγουν σε προγραμματικές συμφωνίες, με στόχο την μείωση των ανισοτήτων. Και ακόμη πολιτικές που θα συμβάλλουν στην αλλαγή της πολιτικής ατζέντας προβάλλοντας την πρόταση για την εθνική ανασυγκρότηση. Πρόταση που δεν αφορά μόνο την έξοδο της χώρας από την οικονομική κρίση και τα μνημόνια, αλλά επεκτείνεται στο θεσμικό πλαίσιο, τη συνταγματική αναθεώρηση, τη δικαιοσύνη, την εκπαίδευση και το κοινωνικό κράτος. Για να γίνει η Ελλάδα μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα.

Και τι γίνεται με την πρόταση διακυβέρνησης του τόπου; Σήμερα, 19 μήνες μετά τη “δεύτερη φορά Αριστερά” αρχίζει να φαίνεται πως οι προτάσεις για οικουμενικά σχήματα έχουν χάσει τη δυναμική τους και κινδυνεύουν να εγκλωβίσουν τον χώρο σε μια αχρείαστη αυτοαναφορικότητα. Σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά ποιός είναι ο μνημονιακός και ο μεταμνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ. Μια συνεργασία μαζί του θα σημάνει υπαγωγή στην δική του πολιτική ατζέντα, με τον κ. Τσίπρα πρωθυπουργό ή και χωρίς αυτόν. Αυτό όμως είναι πολιτική που δεν σε κάνει πραγματικά αυτόνομο πόλο.

Για να γίνει η στροφή προς νέες πολιτικές χρειάζεται αυτός ο χώρος να αναπτύξει μια βαθύτατα αυτοκριτική πρόταση με την οποία να ξεφεύγει από τα σύνδρομα της δικαίωσης και να στηριχθεί σε ανθρώπους που στις εποχές του λαϊκισμού δεν δίστασαν να έλθουν κόντρα στο ρεύμα. Μήπως από εκεί πρέπει να πιάσουν το νήμα όλοι όσοι ενδιαφέρονται για την υπόθεση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας;

Και ας έχουμε υπόψη μας ότι οι δημοκράτες δεν μπορούν να θεωρούν κανένα κόμμα του δημοκρατικού τόξου a priori ως στρατηγικό αντίπαλο ή σύμμαχο. Ο μόνος αντίπαλος όλων των δημοκρατών (δεξιών, αριστερών, κεντρώων, κεντροαριστερών κλπ.) στις δημοκρατίες είναι η βία από όπου και αν προέρχεται, το ψέμα από όπου και όποιον προέρχεται, η διαφθορά και η καλλιέργεια αυταπατών από όπου και αν προέρχονται.

Η συζήτηση συνεχίζεται. Πρέπει όμως να εγκαταλείψει τις εύκολες γενικότητες. Αυτές είναι αποκρουστικές για τους πολίτες και γελοιοποιούν το εγχείρημα. Έτσι η συζήτηση πρέπει να μετατραπεί άμεσα σε συζήτηση κομμάτων, κινήσεων και κοινωνίας. Διαφορετικά κινδυνεύει να μετατραπεί σε διάλογο μηχανισμών αδιάφορων για την κοινωνία.

Ο δρόμος της σοσιαλδημοκρατίας είναι αυτός της ανανέωσης σε πρόσωπα και ιδέες, ανανέωση που για να πραγματοποιηθεί χρειάζεται επίμονο και με αυστηρά χρονοδιαγράμματα διάλογο. Διάλογο που δεν θα αναλώνεται σε εσωστρέφειες αλλά θα παράγει τολμηρές και συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις για το αύριο. Γιατί αυτό σημαίνει προτεραιότητα της πολιτικής ή με άλλα λόγια σοσιαλδημοκρατία…

Όλα τα άλλα είναι μεγάλα και κούφια λόγια σαν αυτά που σας ανέφερα στην αρχή.

Χρήστος Γκαρμπούνης

μέλος της Κ.Ε. της ΔημΑρ

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *