Το πρώτο κινηματογραφικό φεστιβάλ «Cinema of earthly delights» παρουσιάζεται στο Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο Ξάνθης, με τις ακόλουθες πέντε ταινίες που θα προβληθούν στο οκταήμερο 23-30 Απριλίου με ώρα προβολής 22.00 (είσοδος μόνο με προσκλήσεις των δύο ευρώ):

Κυριακή 23 Απριλίου

«The cook, the thief, his wife and her lover». Συμπαραγωγή Αγγλίας-Γαλλίας 1989. Σκηνοθεσία-σενάριο: Πίτερ Γκριναγουέι. Διάρκεια: 124΄. Παίζουν: Ρισάρ Μπορινζέ, Μάικλ Γκάμπον, Έλεν Μίρεν, Άλαν Χάουαρντ, Τιμ Ροθ, Κιάραν Χιντς, Άλεξ Κίνγκστον, Γκάρι Όλσεν, Ρον Κουκ, Λιζ Σμιθ. Έργο τέχνης ή κακόγουστη φάρσα, η ταινία του Πίτερ Γκριναγουέι “Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της” διχάζει μέχρι σήμερα τους σινεφίλ ανά τον κόσμο. Σκηνές-σοκ, εικαστικός οργασμός, πολιτικοί συμβολισμοί και κοστούμια του Ζαν-Πολ Γκοτιέ. Όλα εδώ ανάγονται στη γαστρονομία: το σεξ, η αφόδευση, η τέχνη, ο πολιτισμός, η γλώσσα, τα υψηλά και χαμηλά ένστικτα, το ευγενικό και το βάρβαρο στοιχείο. Το ρεστοράν μοιάζει με ναό όπου τελείται μια λειτουργία αλά «μεγάλο φαγοπότι». Στο επίκεντρο βρίσκεται ο «κλέφτης», μια φιγούρα που μοιάζει με τους κακούς του Σαίξπηρ, ενώ όλη η εξέλιξη του δράματος θυμίζει μια σύγχρονη σαιξπηρική τραγωδία πάνω στο θέμα της ζήλιας, της κατοχής, της μοιχείας και της εξέγερσης κατά του τυράννου.

Ο Άλμπερτ Σπίκα (Μάικλ Γκάμπον) είναι ένας εγωκεντρικός, κτηνώδης γκάγκστερ, ο οποίος επιλέγει να παίρνει τα δείπνα του παρέα πάντα με τους άξεστους μπράβους και την όμορφη γυναίκα του Τζορτζίνα (Έλεν Μίρεν) σ’ ένα μοντέρνο εστιατόριο του Λονδίνου, το οποίο και του ανήκει. Στο ίδιο μαγαζί συχνάζει ένας ήσυχος και μοναχικός πελάτης (Άλαν Χάουαρντ), με τον οποίο η Τζορτζίνα θα ζήσει έναν παθιασμένο και επικίνδυνο έρωτα, έχοντας τη βοήθεια του μάγειρα (Ρισάρ Μπορινζέ). Την ώρα που ο Άλμπερτ είναι απορροφημένος με τα υπέροχα εδέσματα του σεφ, η Τζορτζίνα και ο εραστής της απολαμβάνουν τη σαρκική επαφή στους χώρους του εστιατορίου. Ο Άλμπερτ, όταν διαπιστώνει ότι η γυναίκα του τον απατά, μηχανεύεται μια αποτρόπαια εκδίκηση…

Ο Greenaway είναι ένας από τους πιο “εστετίστες” κινηματογραφιστές του κόσμου, με ισχυρές επιρροές από τη ζωγραφική, με αποστασιοποιημένη “μπρεχτική” σκηνοθεσία, που εμποδίζει την ταύτιση, αλλά που παρόλα αυτά ο”αισθητισμός” του δεν αποβαίνει σε βάρος της δυναμικής και του πάθους του περιεχομένου του. Η ταινία αυτή αποτελεί μία σπάνια φιλμική εμπειρία που πίσω από την πληθωρική και προσεγμένη ως την τελευταία λεπτομέρεια μορφή της, κρύβει μία διαβρωτική και ανηλεή κριτική κατά της θατσερικής Αγγλίας και κατά της ανώτερης τάξης, της οποίας το κακό γούστο και η βαρβαρότητα δεν παρουσιάζονται απλώς ως κοινωνικό πρόβλημα, αλλά ως προσβολή στην αισθητική. Τα εντυπωσιακά σκηνικά συνοδεύουν μαγευτικές χρωματικές εναλλαγές από δωμάτιο σε δωμάτιο, στις οποίες δεν υπακούουν μόνο οι τοίχοι ή τα έπιπλα, αλλά και τα ρούχα των ηρώων. Ο Greenaway εναλλάσσει τις στιγμές καυτού ερωτικού πάθους με σκληρές εικόνες κλιμακούμενης απάνθρωπης κατάχρησης του ανθρώπινου κορμιού. Από τους εραστές που αναγκάζονται να κρυφτούν σε φορτηγό γεμάτο σάπια κρέατα, στο φόνο του Michael μέσω αναγκαστικής κατάποσης ενός ολόκληρου βιβλίου έως ασφυξία, και από εκεί, φυσικά στο τελικό δείπνο…

Οι αμείλικτες εικόνες του Greenaway παραλίγο να χαρίσουν στην ταινία ένα ωραιότατο κόκκινο Χ από τους διανομείς στις σχετικές επιτροπές της Αμερικής, ενώ στη Βρετανία η ταινία αυτή προκάλεσε σάλο για τα πολιτικά της μηνύματα.

Δευτέρα 24 Απριλίου

«Δύο ήλιοι στον ουρανό», 1991. Σενάριο-σκηνοθεσία: Γιώργος Σταμπουλόπουλος. Διευθυντής φωτογραφίας: Δημήτρης Παπακωνσταντής. Μοντάζ: Γιώργος Τριανταφύλλου. Σκηνογραφία: Μικές Καραπιπέρης. Ενδυματολόγος: Γιώργος Ζιάκας. Μουσική Σύνθεση: Μιχάλης Χριστοδουλίδης.

Η άγνωστη και δυσεύρετη ταινία του Γιώργου Σταμπουλόπουλου αποτελεί μια από τις ακριβότερες, πιο ενδιαφέρουσες αλλά και πιο αινιγματικές παραγωγές του ελληνικού κινηματογράφου. Ταινία εποχής που τοποθετείται χρονικά στην πρωτοχριστιανική περίοδο επί βασιλείας του Θεοδοσίου Ά (τέλη 4ου αιώνα μ.Χ.), και χωρικά στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία, στην επικράτεια δηλαδή του λεγομένου “Βυζαντίου”. Βρισκόμαστε στα χρόνια της ολοκληρωτικής εγκαθίδρυσης του χριστιανισμού, μέσα σ’ ένα κλίμα που βρίθει αιρέσεων, συνωμοσιών, συγκρούσεων εξουσίας αλλά και προσωπικών φιλοδοξιών, στην Αντιόχεια που υπήρξε το τελευταίο λίκνο της ελληνικής παιδείας των εθνικών. Ο Λάζαρος Καπαδόκης, ανώτατος αξιωματικός του αυτοκράτορα, έχει αναλάβει την αποστολή να εκκαθαρίσει την αυτοκρατορία από αιρετικούς και παγανιστές, προβαίνοντας για τον σκοπό αυτόν σε βίαιες και αποτρόπαιες πράξεις. Στην πορεία θα κυριευθεί από την εμμονή να εξοντώσει τον Τιμόθεο τον Σκηνικό, έναν λαοφιλή θεατράνθρωπο, λάτρη και μύστη του Διονύσου, ο οποίος με τον θίασό του και τις παραστάσεις του ασκεί δριμεία κριτική κατά των αντι-ειδωλολατρικών διαταγμάτων του αυτοκράτορα. Η θεϊκή παρέμβαση του Διονύσου θα γλυτώσει τον Τιμόθεο από τα χέρια του διώκτη του με υπερφυσικό τρόπο, ενώ αντίθετα ο θεός των χριστιανών δεν θα εμποδίσει τον Λάζαρο να βυθίζεται ολοένα και βαθύτερα στις εμμονές και στο μίσος του. Το τέλος, που παραπέμπει στις “Βάκχες” του Ευρυπίδη, θα δοθεί στη Θράκη όπου διατηρείται ακόμη ζωντανή η λατρεία του Διονύσου. Καθώς πέφτει η νύχτα, οι θρακιώτισσες Βάκχες αφού παγιδεύσουν τον Λάζαρο, τον φονεύουν ως νέο Πενθέα.

Η ταινία παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον τόσο σε θεματολογικό και νοηματικό, όσο και σε αισθητικό επίπεδο. Είναι μια από τις ελάχιστες διεθνώς που έχουν ως χώρο δράσης τη βυζαντινή αυτοκρατορία, έστω και κατά την πρωτοβυζαντινή της περίοδο, όταν ακόμη η θρησκευτική και πολιτισμική της φυσιογνωμία βρισκόταν υπό διαμόρφωση. Επιπλέον, χρησιμοποιεί ως «όχημά» της τη δύναμη του αρχαίου δράματος και τη λειτουργία του ως μέσου κοινωνικοπολιτικής αντίδρασης. Κυρίως όμως, αγγίζει ένα θέμα ταμπού, που ελάχιστοι από τον πνευματικό κόσμο της Ελλάδας τολμούν να θίξουν: τη βίαιη και συχνά εγκληματική πλευρά της εξάπλωσης του χριστιανισμού εις βάρος του παγανιστικού πολιτισμού του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οι δύο κεντρικοί ήρωες είναι φορείς δύο διαφορετικών κοσμοαντιλήψεων: ο ένας είναι ο εκπρόσωπος της νέας τάξης και ο άλλος του παλιού κόσμου που χάνεται. Στα πρόσωπά τους συγκρούονται αναπόφευκτα μια αρχαιότατη θρησκεία με μια νέα υπό διαμόρφωση, ο μυστηριακός κόσμος της ανατολής με την επίπεδη σκέψη της Ρώμης, ο ελληνισμός με τον χριστιανισμό και εν τέλει η ελεύθερη σκέψη με το δόγμα. Οι δύο ήλιοι υπαινίσσονται ότι ο κόσμος έχει πλέον διχαστεί ανάμεσα σε δύο πηγές φωτός, τον πανθεϊσμό και τον μονοθεϊσμό, σε δύο αλήθειες, δύο γνώσεις, δύο λογικές.

Ο Σταμπουλόπουλος προέβη σε μια πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα παραγωγή, με γυρίσματα σε κατακόμβες, λουτρά και αρχαία ερείπια. Οι ενδυμασίες, οι καταπληκτικές μάσκες, ο υποβλητικός φωτισμός, η μουσική, το τελετουργικό, ποιητικό ύφος της ταινίας, δύσκολα πείθουν ότι όντως πρόκειται περί ελληνικού έργου. Η ελληνική πολιτεία τίμησε την ταινία με τέσσερα κρατικά βραβεία του ΥπΠο το 1991, και το 1993 έλαβε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Αλεξάνδρειας.

Τετάρτη 26 Απριλίου

«Η γαλάζια λάμψη». Τίτλος γερμανικού κινηματογραφικού έργου του 1932 με θέμα τις Άλπεις, σε σκηνοθεσία και σενάριο της Λένι Ρίφενσταλ και του Μπέλα Μπαλάς. Πρωταγωνιστεί η Λένι Ρίφενσταλ.

Στην κορυφή του βουνού Μόντε Κρίσταλλο όταν έχει πανσέληνο λάμπει ένα μαγευτικό γαλάζιο φως. Πολλοί ξεκίνησαν νύχτα να ανεβούν στο βουνό για να λύσουν το μυστήριο, αλλά κανένα από τα παλικάρια δεν επέστρεψε μέχρι τώρα. Οι κάτοικοι του χωριού λένε ότι φταίει η Χούντα, μια πανέμορφη αλλά και αλλόκοτη κοπέλα που λένε ότι είναι μάγισσα που ζει στο βουνό και ξεμυαλίζει τα αγόρια. Η Χούντα είναι η μόνη που ξέρει το μονοπάτι που οδηγεί στο γαλάζιο φως. Κάποια μέρα φτάνει στο χωριό ο Φίγκο, ένας νεαρός ζωγράφος. Έχει ακούσει για το μαγικό φως και θέλει να το θαυμάσει από κοντά. Μια νύχτα με πανσέληνο ακολουθεί κρυφά τα αχνάρια της κοπέλας και φτάνει στην κορυφή του βουνού, όπου ανακαλύπτει το μυστικό: είναι μια σπηλιά με ένα διαμάντι που αντανακλά το φως της πανσελήνου. Η Χούντα τον ανακαλύπτει και τρομαγμένη φεύγει να σωθεί. Ο Φίγκο, όμως, στην απληστία του αποσπάει το διαμάντι από τον βράχο και το αρπάζει. Το γαλάζιο φως σβήνει, η Χούντα χάνει τον δρόμο της στο σκοτάδι, παραπατάει και πέφτει στον γκρεμό.

Στην Γερμανία το θέμα των Άλπεων ήταν γνωστό και δημοφιλές. Το “γαλάζιο φως” ήταν η σκηνογραφική πρεμιέρα της Λένι Ρίφενσταλ, η οποία στο παρελθόν ήδη είχε πάρει μέρος ως ηθοποιός σε διάφορα έργα του Άρνολντ Φανκ, επίσης με θέμα τις Άλπεις. Η ταινία πήρε μέτριες μέχρι καλές κριτικές και είχε μια κάποια εμπορική επιτυχία στην Ευρώπη και την Αγγλία. Ιδιαίτερα στο Λονδίνο και το Παρίσι, όπου το θέμα των Άλπεων ήταν κάτι το καινούργιο, το έργο είχε μεγάλη επιτυχία. Η εφημερίδα «The New York Sun» περιέγραψε το έργο ως «ένα από τα γραφικότερα έργα της χρονιάς» λέγοντας πως η Ρίφενσταλ «είναι καλλονή και εξαίρετη ορειβάτις». Επίσης και οι «Herald Tribune» και «Times» εξέφρασαν τον θαυμασμό τους για τη Ρίφενσταλ. Η Λένι Ρίφενσταλ ήταν Γερμανίδα ηθοποιός, σκηνοθέτης και φωτογράφος. Διέπρεψε σε καθεμία από τις τέχνες με τις οποίες ασχολήθηκε. Επηρέασε καταλυτικά τον κινηματογράφο και ειδικότερα την τέχνη του ντοκιμαντέρ. Έγινε όμως διάσημη και απέκτησε αρνητική φήμη χάρη στις σχέσεις της με τον Χίτλερ και στις ταινίες προπαγάνδας που δημιούργησε για λογαριασμό της ναζιστικής Γερμανίας. Είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του 20ού αιώνα. Το «Das blaue Licht», γυρισμένο το 1932, ήταν η πρώτη της ταινία, για την οποία μάλιστα κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο στο Φεστιβάλ της Βενετίας.

Παρασκευή 28 Απριλίου

«The wicker man» (ελληνικός τίτλος: Το καταραμένο σκιάχτρο). Έτος παραγωγής 1973. Σκηνοθεσία: Robin Hardy. Σενάριο: Anthony Shaffer. Ηθοποιοί: Edward Woodward, Britt Ekland, Diane Cilento, Ingrid Pitt, Christopher Lee. Πρωτότυπη μουσική: Paul Giovanni. Διάρκεια: 87΄.

Ένας συντηρητικός και θρησκόληπτος αστυνομικός (Edward Woodward) καταφθάνει στο νησί Summerisle στα παράλια της Σκωτίας για να ερευνήσει την εξαφάνιση ενός νεαρού κοριτσιού. Μετά την άφιξή του διαπιστώνει πως οι κάτοικοι του συγκεκριμένου νησιού έχουν απαρνηθεί τον χριστιανισμό και πλέον είναι οπαδοί μιας παλιάς παγανιστικής κέλτικης θρησκείας. Οι κάτοικοι του νησιού όχι μόνο δεν ξέρουν κάτι για την συγκεκριμένη εξαφάνιση αλλά φαίνεται πως αγνοούν ακόμη και την ύπαρξη του μικρού παιδιού. Τα στοιχεία και οι έρευνες του αστυνόμου δείχνουν πως πρόκειται για ανθρωποκτονία. Η επιμονή του τον οδηγεί στον «άρχοντα» του νησιού, Λόρδο Summerisle (Christopher Lee) ο οποίος του εξηγεί σε γενικές γραμμές τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, και τις τελετές που ακολουθούνται πιστά από όλες τις γενεές που ζουν στο νησί. Ο αστυνομικός σοκαρισμένος στην αρχή από την απαξίωση του λόρδου Summerisle και των κατοίκων του νησιού για κάθε τι χριστιανικό, αρχίζει να υποψιάζεται ότι η μικρή που εξαφανίστηκε στην πραγματικότητα είναι ζωντανή και προορίζεται σαν κάποιου είδους ανθρωποθυσία προς τις παγανιστικές θεότητες που λατρεύονται στο νησί. Η επερχόμενη εκδήλωση εορτασμού της πρωτομαγιάς μοιάζει για τον αστυνομικό ιδανική περίσταση για κάτι τέτοιο, μιας και όπως του είπε ο λόρδος Summerisle είναι η «μέρα για θάνατο και αναγέννηση»…

Σε όλη την ταινία υπάρχει και μια σύγκρουση πολιτισμών και πίστης. Ο αστυνόμος Χάουι είναι ένας πιστός χριστιανός και το πρότυπο του συντηρητικού ανθρώπου. Από την άλλη οι κάτοικοι του νησιού, με πρώτο και καλύτερο τον άρχοντα-λόρδο του, είναι έκφυλοι, ανέμελοι και πιστεύουν σε μύθους και θρύλους της Κέλτικης μυθολογίας.   Τα παγανιστικά στοιχεία είναι διάσπαρτα σε όλη την διάρκεια του έργου. Επίσης η βρετανική φολκ μουσική είναι πολύ όμορφη και χαρακτηριστική της εποχής που γυρίστηκε η ταινία. Η περίεργη, αφύσικη αύρα του νησιού είναι παρούσα σε όλα τα πλάνα του σκηνοθέτη Robin Hardy και οι παγανιστικές τελετές που παρουσιάζονται δίνουν μια ονειρική αίσθηση στα δρώμενα, που μεταφράζεται σε έκφραση δυσπιστίας στο πάντα ψηλομύτικο και μέχρι την ύστατη στιγμή ατσαλάκωτο πρόσωπο του Edward Woodward. Το μυστήριο του νησιού Summerisle ξεδιπλώνεται αργά και σταθερά, μέχρι να φτάσουμε στο συγκλονιστικό φινάλε…

Η ταινία είναι μια “καλτ” ταινία τρόμου και μυστηρίου του βρετανικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’70. Χαμηλού προϋπολογισμού, αλλά με επιβλητική, μυστήρια ατμόσφαιρα και γυρισμένη με μαεστρία. Το μπάτζετ ήταν τόσο χαμηλό που ο Christopher Lee δεν πληρώθηκε για τον ρόλο του άρχοντα του νησιού. Αργότερα ο ίδιος δήλωσε πως ο συγκεκριμένος ρόλος ήταν ο καλύτερος της καριέρας του. Η ταινία χαρακτηρίστηκε ως η καλύτερη βρετανική ταινία τρόμου όλων των εποχών και, εν τέλει, το 2004 ψηφίστηκε σαν μια από τις έξι καλύτερες ταινίες του βρετανικού κινηματογράφου.

Κυριακή 30 Απριλίου

Μπλε Βελούδο. Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιντς. Σενάριο: Ντέιβιντ Λιντς. Ηθοποιοί: Κάιλ ΜακΛάχλαν, Ντένις Χόπερ, Ιζαμπέλα Ροσελίνι, Λόρα Ντερν. Μουσική: Άντζελο Μπανταλαμέντι. Χώρα: Η.Π.Α. Έτος: 1986. Διάρκεια: 120 λεπτά.

Με έντονο ερωτισμό και ακραίες ερωτικές φαντασιώσεις, ο Ντέιβιντ Λιντς ξύνει την ειδυλλιακή εικόνα της ήρεμης επαρχιακής Αμερικής. Με αυτό το αριστουργηματικό θρίλερ που δημιουργεί άκρως υποβλητική ατμόσφαιρα και ένα κράμα έντονου μυστηρίου και αισθησιασμού, ήταν υποψήφιος για Oscar σκηνοθεσίας. Η ιστορία της ταινίας εκτυλίσσεται στο Λάμπερτον, μια συνηθισμένη πόλη του αμερικανικού νότου, με μονότονη και ήσυχη ζωή. Όλα ξεκινούν όταν ένας νεαρός άνδρας, ο Τζέφρι, ανακαλύπτει μια μέρα ένα κομμένο ανθρώπινο αφτί σ’ ένα λιβάδι κοντά στο σπίτι του. Όταν όμως αρχίζει να ερευνά το θέμα, αλλόκοτα γεγονότα αποκαλύπτουν σταδιακά το άλλο πρόσωπο της νυσταλέας αυτής κωμόπολης. Χωρίς καν να το καταλάβει, ο Τζέφρι θα μπλεχτεί σε μια ριψοκίνδυνη ιστορία απαγωγής, με πρωταγωνιστές μια τραγουδίστρια κι έναν ψυχωτικό και διεστραμμένο εγκληματία. Έτσι, θα παρασυρθεί και θα βυθιστεί σ’ έναν άλλον, κρυμμένο και εφιαλτικό κόσμο, όπου επικρατούν η βία, ο φόβος, ο νοσηρός ερωτισμός και ο θάνατος. Προσπαθώντας να ξεδιαλύνει το μυστήριο, ο ήρωας θα έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με τη σκοτεινή πλευρά της πραγματικότητας, αλλά και του ίδιου του εαυτού του…

Ο Ντέιβιντ Λιντς, είναι ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης του οποίου οι ταινίες διακρίνονται για τις ονειρικές τους εικόνες και τη σουρεαλιστική τους δομή, μέσω των οποίων ο καλλιτέχνης δημιουργεί μία ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού. Η βία, η εξωτερική δυσμορφία των χαρακτήρων καθώς και η παρατήρηση των κρυφών επιθυμιών των ηρώων, συνυπάρχουν συχνά πυκνά στις ταινίες του. Τo «Μπλε Βελούδο» αποτελεί την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του Ντέιβιντ Λιντς και μία από τις καλύτερες του Αμερικανού σκηνοθέτη.

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *