Καθόταν στην ξερολιθιά μόνο το τσεκελέτο

μουρμούραγε και έλεγε και πικροτραγουδούσε

με τα σπαστά ελληνικά και τα σπαστά “πιστεύω”

που όλο στα δυο τα δίπλωνε και τα ‘θαβε στο χώμα:

Όπως θερίζουν τον καρπό κι η καλαμιά απομένει

και όπως η μυλόπετρα στροφάρει δίχως τέλος

έτσι γυρνώ, έτσι ζητώ, έτσι όλο παζαρεύω

κι όλο για τούνελ λέω και φως, μες στα πηχτά σκοτάδια.

Τις αλυσίδες χρύσωσα με χίλιες δυο παπάρες

μα πια δεν πιστεύουνε κι όλοι με καταριούνται“.

Πουλάκι πέρασε ζαβό, πουλάκι μαδημένο

που ούτε “πιστεύω” λόγιαζε ούτε είχε καμιά τσίπα

και με φωνή που τσί(π)ριζε γυρνάει και του λέει:

Ρε τσεκελέτο σύνελθε, αναστολές μην έχεις

δεν με θωρείς που παστρικά όλα τα καταφέρνω;

Οι κάμποι θρέφουν πρόβατα και τα βουνά γεράκια

μάζευε, πούλα, μοίραζε, να βγάλεις τον χειμώνα

γιατί το τέλος έρχεται χωρίς να σε ρωτάει

και σε πετάει παράμερα, τα χάνεις τα χρυσάφια

που ένα κρατάς για πάρτη μας και δυο δίνεις στους ξένους“.

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *