Με την Eurostat να καταγράφει την παγιωμένη πια πραγματικότητα ότι ένας στους τρεις Έλληνες αντιμετωπίζει σοβαρές υλικές και κοινωνικές στερήσεις (στην κορυφή της Ευρώπης βρίσκονται Ρουμανία και Βουλγαρία με τις στερήσεις να αφορούν σχεδόν έναν στους δύο πολίτες), οι Έλληνες δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά πέντε από τα εξής:

  • Να αντιμετωπίσουν έκτακτα έξοδα
  • Να κάνουν μία εβδομάδα διακοπές
  • Να μην καθυστερούν την πληρωμή υποθηκών, ενοικίων, λογαριασμών κοινής ωφέλειας ή δόσεων από αγορά καταναλωτικών προϊόντων
  • Να έχουν ένα γεύμα με κρέας, κοτόπουλο, ψάρι ή λαχανικά κάθε δεύτερη μέρα
  • Να έχουν θέρμανση στο σπίτι
  • Να διατηρούν αυτοκίνητο ή βαν για προσωπική τους χρήση
  • Να αντικαταστήσουν έπιπλα στο σπίτι τους αν έχουν φθαρεί
  • Να ανανεώσουν τα φθαρμένα ρούχα τους
  • Να έχουν δύο ζευγάρια παπούτσια που ταιριάζουν τέλεια στα πόδια τους
  • Να ξοδεύουν λίγα χρήματα για τον εαυτό τους κάθε εβδομάδα
  • Να έχουν τακτικές δραστηριότητες αναψυχής
  • Να βγαίνουν μια φορά τον μήνα με την οικογένεια ή με φίλους για ποτό ή φαγητό
  • Να έχουν σύνδεση στο διαδίκτυο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 2016 το 16% (75 εκατομμύρια άτομα) του πληθυσμού της Ε.Ε. υπέστη υλική και κοινωνική στέρηση. Το υψηλότερο ποσοστό υλικών και κοινωνικών στερήσεων, το οποίο ισχύει για το ήμισυ περίπου του πληθυσμού, καταγράφηκε στη Ρουμανία (50%) και στη Βουλγαρία (48%), ακολουθούμενες από χώρες στις οποίες επλήγη ένα στα τρία άτομα: Ελλάδα (36%), Ουγγαρία (32%) και Λιθουανία (29%). Αντίθετα, τα σκανδιναβικά κράτη-μέλη και το Λουξεμβούργο ανέφεραν τα χαμηλότερα μερίδια υλικής και κοινωνικής στέρησης: 3% στη Σουηδία, 4% στη Φινλανδία, 5% στο Λουξεμβούργο και 6% στη Δανία.

Σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. το ποσοστό υλικής και κοινωνικής στέρησης είναι υψηλότερο μεταξύ των ατόμων με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο (δευτεροβάθμιας ή χαμηλότερης) εκπαίδευσης. Ένα στα τέσσερα άτομα (25%) με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο στην Ε.Ε. πάσχει από υλική και κοινωνική στέρηση, ενώ το ποσοστό μειώνεται σε ένα στα επτά (14%) για τα άτομα με ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και επιπλέον σε ένα στα 20 (5%) μεταξύ των ατόμων με ανώτατη (τριτοβάθμια) εκπαίδευση.

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *