Τέσσερα κείμενα για την τέχνη και τους τεχνίτες

Μερικές ιστορικές αλήθειες, έτσι όπως καταγράφονται σε κείμενα ανθρώπων που τις διέσωσαν ή τις μετέφεραν ως τις μέρες μας, έχουν το δικό τους ειδικό βάρος. Ιδίως στην ιστορική αποκατάσταση πολλών στοιχείων που έχουμε ατάκτως ερριμμένα στο μυαλό μας. Σταχυολογούμε τέσσερα ενδιαφέροντα και καταδεικτικά κείμενα:

-«Ανεβαίνοντας ένα-ένα τα σκαλοπάτια της πνευματικής ιστορίας, βλέπουμε γενιές και άτομα να μην αυτοκατανοούνται και ακόμα να αντικρίζονται εχθρικά από ακαταληψία, από παρεξήγηση, από άρνηση ή από βαθύτερη σύγκρουση και διάσταση. Έτσι βλέπουμε τον Αριστοτέλη να μιλάει για τον Αισχύλο σαν για έναν “που επεχείρησε να γράψει τραγωδία” και τον Μπεν Τζόνσον να βλέπει τον Σαίξπηρ σαν έναν “που ήξερε ολίγα λατινικά και δεν είχε είδηση από αρχαία ελληνικά”. Αλλά μήπως ο Μπετόβεν και ο Χέλντερλιν, δεν ήσαν δυο άνθρωποι “που χαλούσαν το κέφι του Γκαίτε, αν και τους θαύμαζε με τρόμο”; Μήπως ο πολύς Σαιντ Μπεβ δεν έκλεισε την πόρτα του σπιτιού του στον Μποντλέρ, αφού πρωτύτερα του είχε κλείσει την πόρτα της “Λογοτεχνίας”, όπως το είχε κάνει και στον αγνό Γεράρδο ντε Νερβάλ; Μήπως ο ίδιος δεν έβαλε πιο πάνω τον Φλομπέρ και κάποιον Φρομεντέν -όπως τα ξεσκεπάζει ο Τιμποντέ- από τον Μπαλζάκ και τον Σταντάλ και τους θεωρούσε “κατασκευαστές”; Και ο Ρεμπό και ο Απολινέρ, τι να ήσαν άραγε; Ο πρώτος ήταν ένα τέρας, που ήθελε ν’ ανατινάξει το Λούβρο και ο δεύτερος επεχείρησε ν’ ανάψει την σόμπα του με τα κολλαριστά μανικέτια ενός αγαθού αστού. Αυτή ήταν η γνώμη των “συγχρόνων”. Ο Σεζάν “δεν ήξερε να ζωγραφίζει”. Ο Μαγιακόφσκι εμιμείτο τον Ολιβιέ Κρόμβελ και φώναζε: “όπου συναντήσω τον Πούσκιν θα τον φονεύσω”. Όσο για το δικό μας τον Καβάφη “αυτός ήταν ένας χαλβατζής” κατά την γνώμη του μακαρίτη Πέτρου Βλαστού. Μη χειρότερα λοιπόν. Ας έχουμε υπομονή και ας μη βαρυγκωμούμε. Δεν πάει άλλωστε πολύς καιρός που ελέχθη εδώ, μεταξύ εννοείται χρονογράφων του καθημερινού Τύπου, πως: “ο Σικελιανός δεν είναι ποιητής”. Εξαίσια! Και για τον Σολωμό οι δημοσιογράφοι τότε δεν είχαν διαφορετική γνώμη».

Γιάννης Σφακιανάκης, «Φιλολογικά Χρονικά», 1 Ιουνίου 1944

 

-«Ένα γαλλικό περιοδικό δημοσιεύει ανέκδοτες σκέψεις του Βίκτορος Ουγκό. Ιδού τρεις εξ αυτών:

-“Ο κ. Ε. μου έλεγε χθες: «Ο Αλέξανδρος Δουμάς κατέστρεψε το ταλέντο του, κατέστρεψε τη φήμη του, κατέστρεψε το μέλλον του. Τώρα καταστρέφει και τον γιο του».

-Εις το κοντινό άλσος κάτι μουσικοί κάμνουν πολύ θόρυβο. Με βεβαιώνουν ότι είναι μια συμφωνία, ότι τη συνέθεσε ένας Γερμανός ονόματι Μέντελσον κι ότι αυτός ο σαματάς τιτλοφορείται Ρουί Μπλας (σσ. το γνωστό δράμα του Ουγκό). Είναι σκληρό να σε γδέρνει ο Μαρσύας. Τίποτε δεν με εξοργίζει όσον η μανία που έχουν μερικοί μουσικοί να μελοποιούν ωραίους στίχους. Επειδή η τέχνη των μουσικών είναι τέχνη ατελής, εννοούν σώνει και καλά να συμπληρώνουν την ποίηση, η οποία είναι τέχνη τέλεια.

-Οι εκδότες των “Μετά θάνατον απομνημονευμάτων” του Σατοβριάνδου έστελναν κάθε τόσο εις το σπίτι του και ερωτούσαν αν είχε πράγματι πεθάνει”».

«Ο Αθηναίος», «Καθημερινή», 8 Μαρτίου 1950

 

-«Αριστοφάνης και Λουκιανός σατίρισαν ως ανήθικο τον Σωκράτη, την αιωνία πηγή ψυχικής αγνότητος! Ο Θουκυδίδης περιφρονούσε τον Ηρόδοτο και ο Πλάτων θεωρούσε τον Όμηρο κακοήθη. Φανταστείτε: Ο Όμηρος κακοήθης! Ο Βολτέρος δεν μπορούσε να χωνέψει τον Πίνδαρο. Ο Ρισελιέ έβρισκε πως ο Κορνήλιος, ο μεγάλος τραγικός, ήταν γελοίος ποετάστρος. Ο Νίτσε θεωρούσε όλους τους φιλοσόφους του κόσμου και όλων των αιώνων μωρούς και ηλίθιους, ο δε Τολστόι έκρινε τον Σαίξπηρ ως αγράμματο και πολύ κακό δραματικό συγγραφέα. Μα εκείνος που κακοπέρασε εξαιρετικά από την ανηλεή κριτική γλώσσα του ήταν ο Δάντης, ο αθάνατος δημιουργός της Θείας Κωμωδίας. Λίγα χρόνια πριν πεθάνει ο Τολστόι, κάποιος Ιταλός δημοσιογράφος τον επισκέφθηκε στη Γιανσάια Πολιάνα. Αφού συζήτησαν για πολλά ο δημοσιογράφος τον ρώτησε τι ιδέα είχε για τον Δάντη. Ο Τολστόι έδειξε κάποια δυσφορία για την ερώτηση: “Για ποιον Δάντη μού μιλάτε;”. “Για τον Αλιγκιέρι”. “Για τον Αλιγκιέρι; Μα για ποιον Αλιγκιέρι; Πρώτη φορά στη ζωή μου ακούω αυτό τ’ όνομα!” Εν συνεχεία δόθηκαν οι δέουσες εξηγήσεις και ο Τολστόι είπε: “Α, τον Δάντη. Δεν μπορώ δυστυχώς να ‘χω καμιά γνώμη για το έργο του, γιατί κάθε φορά που έπιασα να το διαβάσω στάθηκε αδύνατον να προχωρήσω πέρα από την πρώτη σελίδα. Τι ύφος πλαδαρό! Τι κρύα και άψυχα πράγματα! Απορώ μα την αλήθεια τι του βρίσκουν και τον θεωρούν μεγάλο ποιητή!”».

«Μπουκέτα», Πανηγυρική έκδοση, 1928

 

-«Κάποιοι συνθέτες δεν παρέλειψαν στον καιρό τους να διασταυρώσουν τα ξίφη τους και να κοσμήσουν τους ομότεχνους με δηλητηριώδεις φιλοφρονήσεις, συνθέτοντας ένα πλούσιο ανθολόγιο εμπάθειας. Ο Χέντελ για τον Γκλουγκ: “Θα ήταν μεγάλος συνθέτης, αν ο δάσκαλος του τού τις έβρεχε στα οπίσθια”. Ο Μπετόβεν για τον Ροσίνι: “Πρόκειται για έναν προφανώς παράφρονα”. Ο Μπερλιόζ για τον Βάγκνερ: “Είναι ένας θορυβοποιός”. Ο Σοπέν για τον Μπερλιόζ: “Λιπαρά  αποφάγια από το τραπέζι του Βάγκνερ”. Ο Μπραμς για τις συμφωνίες του Μπρούκνερ: “Ο ήχος ενός κυμβάλου στον Λιστ έχει περισσότερο συναίσθημα απ’ ό,τι όλες οι συμφωνίες και οι σερενάτες του μαζί”. Ο Χούγκο Βολφ για τον Μπραμς: “Μόνο ένας ψυχίατρος μπορεί να τον σώσει”. Ο Ρίχαρντ Στράους για τον Σόνμπεργκ: “Δεν είναι συνθέτης είναι ένας κλεπτομανής”. Ο Στραβίνσκι για τον Μπρίτεν: “Ο μάγειρας μου σκαμπάζει περισσότερο από αντίστιξη παρ’ ό,τι αυτός”. Η απαρίθμηση δεν έχει τέλος. Αν πάρουμε στα σοβαρά τις κρίσεις-εκτιμήσεις των μεγάλων συνθετών, θα πρέπει να θεωρήσουμε πως όλο το κατατεθειμένο μουσικό corpus των τελευταίων τριών αιώνων αποτελείτο από ένα συνονθύλευμα “εκκεντρικών μελωδιών”, “θορύβων”, “μουσικών εκτός τόνου”, “ροζ γλειφιτζουριών”, που έγραψαν “θλιβεροί μουζικάντηδες”, “Ελβετοί ωρολογοποιοί”, “ατάλαντοι μπάσταρδοι”, “κλεπτομανείς και παράφρονες” σε “φεγγαρίσια άσυλα”. Αιμοσταγή μαχαίρια σε κλίμακα μείζονα, φάλτσες κορόνες στις πιο υψηλές νότες, μεγάλες διαφωνίες που εκφράζονται με κακεντρεχή μικρότητα, οξύφωνες συγχορδίες ύβρεων, πεντάγραμμες διαγραφές. Μπροστά σε τέτοιες φαρμακερές λέξεις και εγχειρίδιες φράσεις, το πραγματικό δηλητήριο του Σαλιέρι (αν υπήρχε) φαντάζει αγγελικό καταπότι. Ας λησμονήσουμε τα λόγια τους κι ας ανοίξουμε τ’ αυτιά μας στο μόνο σημαντικό: τα έργα τους!».

Γιάννης Ευσταθιάδης, «Καθημερινή», 15 Αυγούστου 1999

 

 

 

 

 

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *