«Βγείτε λεβέντες στα βουνά, πιάστε τα καραούλια

γιατί ζυγώνει το κακό: χάνουμε την κουτάλα»

έλεγε η Δέσπω σκίζοντας τ’ Armani με μανία

κι απέ κωλοχτυπιότανε κι έσκιζε και τα Gucci

 στον τοίχο τσάντες πέταγε, στις πόρτες σκουλαρίκια

και το καλσόν (χίλια ευρώ) έσκιζε πόντο-πόντο,

με τα βαμμένα νύχια της (πενήντα ευρώ το ένα).

  

«Τι να τα κάνω τα σκουτιά, τι θέλω εγώ τα λούσα

αφού ‘μαι πρωτοδεύτερη ήδη. Και πάω για φούντο.

Τι έπαθα η καψερή, αχ τι κακό με βρήκε

που νόμιζα αιώνια το πάρτι θα κρατούσε

ώσπου ‘ρθαν τρισκατάρατα τα γκάλοπ, όλα ίδια

κι αρχίσαν’ τσούρμο οι σπρωξιές και θα ‘ρθουν και κλοτσίδια

θα με πετάξουν σέρνοντας έξω απ’ τα παλάτια

όπου γαρ μούσα κι έδερνα, κάνοντας το δικό μου

(τι το δικό μου δηλαδή, τα ξέρετε, αφήστε…).

Θε’ να μου πάρουν το θρονί που τήραγα το κράτος

κι όμορφα το διηύθυναν λαγοί με πετραχήλια

-κάποιοι απ’ αυτούς την κάνανε κι άλλοι έτοιμοι είναι-

να πάρουνε και τη φωλιά γεμάτη ευρωπούλια

(που κλώσαγα κι αυγάτιζα και μοίραζα στους ξένους

τόσο σεμνά και ταπεινά, με τόση μαεστρία

που όμοια δεν γροίκησε ολάκερη η πλάση)

και να τα δώσουν σ’ αλλουνούς, να τα ξανακλωσήσουν

που μαύρη να ‘ναι η στιγμή και η κακιά η ώρα.

Πώς θα αντέξω να τους δω, πώς να τους αντικρίσω

να παραδώσω τα κλειδιά, να δώσω την κουτάλα

την αχνισμένη, την καλή, τη χιλιοπαινεμένη

που όσο κι αν τη γεύομαι, αχ, χορτασμό δεν έχει».

 

Και δώστου και χτυπιότανε, ξέβαφε τα μαλλιά της

γινόταν σαν τη Βούλτεψη, μην πω και σαν τον Δένδια

η μάσκαρα με δάκρυα σαν graffiti χυνόταν

γράφοντας λόγια άσχημα στων μάγουλων την άκρη

κι η Δέσπω ολοφυρότανε πετώντας και τα Prada.

Παραμιλούσε κι έλεγε, μα όλοι τους τριγύρω

αμήχανα κοιτούσανε συνέχεια τα ρολόγια

σαν κάτι να περίμεναν ζωσμένοι από φίδια…

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *