Ως φόρο τιμής στον αγαπημένο Κώστα Λαχά, δημοσιεύουμε την σχεδόν αμοντάριστη απομαγνητοφώνηση μιας ραδιοφωνικής συνομιλίας που είχαμε μαζί του. Πάνε δώδεκα χρόνια από τότε και ούτε ο συνομιλητής μας ούτε ο αδερφικός φίλος που αναφέρεται υπάρχουν πια. Ούτε η συνέντευξη σώζεται κάπου. Ας περισώσουμε τουλάχιστον κάποιες βαρύνουσες μνήμες (μερικές ακόμη εδώ) μέσα από τις σελίδες του indexanthi.gr…

Θ. Μ. Είναι ιδιαίτερη η τιμή η χαρά και η συγκίνηση της εκπομπής να φιλοξενεί τον ιδιαίτερα αγαπητό κύριο Κώστα Λαχά. Καλώς μας ήλθατε.

Κ. Λ. Εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ. Κι ευχαριστώ με πολύ ειλικρινή διάθεση, ακριβώς γιατί έχω μια συγκινητική προσέγγιση με το Ράδιο Έκφραση. Συγκινητική κατ’ αντιδιαστολή με ό,τι πομπώδες βγαίνει και διεκδικεί θέση στις ακροαματικότητες, ενώ ο κόσμος φαίνεται ότι έχει ανάγκη να προσλάβει έναν άλλο, πιο βαθύ και ήρεμο τόνο αναφορικά με το τραγούδι. Ώστε όντως το τραγούδι να είναι καθημερινή συντροφικότητα του ανθρώπου, του εργαζόμενου, αυτού που αναπαύεται, που σκέπτεται.

Θ. Μ. Σας ευχαριστώ. Ο κ. Λαχάς λοιπόν, ο ζωγράφος, ο λογοτέχνης και τόσα άλλα πολλά και ενδιαφέροντα. Να πω λίγα λόγια για το βιογραφικό σας σημείωμα το οποίο είναι εκτενέστατο και αν το διαβάσουμε όλο -κι αν πούμε κι όλα όσα σας ζώνουν- θα χρειαστούμε ώρες ή και μέρες… Ο κ. Λάχας γεννήθηκε τον Μάιο του ’36 από πρόσφυγες γονείς στο Κάτω Θεοδωράκι Κιλκίς, τελείωσε εκεί το γυμνάσιο, μετά φοιτητής στο τμήμα οικονομικών και πολιτικών επιστημών του Αριστοτελείου και στη συνέχεια στράφηκε στις θετικές σπουδές, ξεκινώντας με το Νέο Θέατρο στη Θεσσαλονίκη και ολοκλήρωσε τη Δραματική Σχολή του θεάτρου τέχνης του Καρόλου Κουν. Από το 1960 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Επιδίδεται συστηματικά στη ζωγραφική και την πεζογραφία, ενώ παράλληλα εργάζεται επαγγελματικά σε διάφορους τομείς. Στην «Τέχνη», την καλλιτεχνική εταιρία με πρόεδρο τον Λίνο Πολίτη, στη γραμματεία του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την εποπτεία του αείμνηστου Παύλου Ζάννα, ως καλλιτεχνικός συντάκτης στην εφημερίδα «Μακεδονική Ώρα», διευθυντής του βιβλιοπωλείου Θέμελη, συντάκτης στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη». Τιμήθηκε με κάποια βραβεία. Θα μακρηγορήσουμε πάρα πολύ… Έχει ασχοληθεί με μύρια όσα πράγματα. Με την Ε.Τ.3, με τον τύπο, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο της πόλης. Έπαιξε σε κινηματογραφικές ταινίες του Τάκη Κανελλόπουλου. Έγραψε στίχους και τραγούδια που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος με ερμηνευτές την Δήμητρα Γαλάνη, τον Δημήτρη Μητροπάνο και τον Χρήστο Θηβαίο (θα ακούσουμε το «Fix Carre» από εκεί). Ως ζωγράφος και πεζογράφος είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Εταιρείας Συγγραφέων. Έργα του βρίσκονται στα υπουργεία Πολιτισμού και Παιδείας, στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, στο «Τελλόγλειο», στη Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Φλώρινας, στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης και σε μεγάλο αριθμό ιδιωτικών συλλογών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 1995 ήταν αυτός που πήρε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος από το υπουργείο Πολιτισμού, το πρώτο βραβείο ομόφωνα για το βιβλίο του «Ασκήσεις επί αμμοδόχου». Είναι καλλιτεχνικός συνεργάτης του δήμου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης, γραμματέας της οργανωτικής και συμβουλευτικής επιτροπής του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, τακτικός αρθρογράφος στον «Αγγελιοφόρο». Και από το 1999 καλλιτεχνικός σύμβουλος στο κρατικό μουσείο σύγχρονης τέχνης. Έχει οργανώσει και δεκαοκτώ ατομικές εκθέσεις. Και αυτό που σας διάβασα δεν είναι ούτε το μισό βιογραφικό.

Ας πάρουμε μια ανάσα με τη δικιά μας Βούλα Σαββίδη και μπαίνουμε στην κουβέντα μας.

(τραγούδι)

Θ. Μ. Εδώ είμαστε λοιπόν να αρχίσουμε την κουβέντα μας με τον κ. Λαχά και θα παρακαλούσαμε αν θέλετε κι εσείς να την αρχίσουμε με την κοινή μας αγάπη, το ραδιόφωνο.

Κ. Λ. Ε, το ραδιόφωνο εξυπακούεται ότι προσφέρει μια συντροφιά που είναι διαφορετική, έχει τη δική της υπόσταση, δημιουργεί μαγικές ατμόσφαιρες και γι’ αυτούς που εκπέμπουν και γι’ αυτούς που δέχονται τα εκπεμπόμενα. Και γι’ αυτό η διάρκειά του και η αναζήτησή του, η αναζήτηση εννοώ ενός ραδιοφώνου που μπορεί να είναι και ψυχαγωγικό και ταυτόχρονα και ενημερωτικό, διαφοροποιεί τα πράγματα. Και η ευκολία με την οποία κανείς μπορεί να το προσλαμβάνει καθ’ οδόν στο σπίτι του, στο εργαστήριό του ή οπουδήποτε αλλού, αυτή η συντροφικότητα. Εγώ μεγάλωσα με το ραδιόφωνο, εκεί στα δύσκολα χρόνια του τέλους της δεκαετίας του ‘40 και η απόκτηση βεβαίως ενός ραδιοφώνου ήτανε από τα μεγάλα… Τότε μας έδινε τη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε με την Αθήνα, με τη Θεσσαλονίκη, τα δύο μεγάλα κέντρα, και να νομίζουμε ότι έτσι έχουμε μια άμεση σχέση με τη ζωή στην πρωτεύουσα ή τη συμπρωτεύουσα της χώρας.

Θ. Μ. Υπάρχουν κάποιες εκπομπές σας στον 9,58 οι οποίες εξεδόθησαν στον «Πλου Ονείρου», σ’ αυτό το πραγματικά υπέροχο βιβλίο…

Κ. Λ. Νομίζω πως ανεξαρτήτως της τιμής που μου έγινε, όπως και σε άλλους Θεσσαλονικείς συγγραφείς, με πρωτοβουλία της κυρίας Βάνας Χαραλαμπίδου, αυτές οι σειρές των ραδιοφωνικών εκπομπών με μια ελαφρά επεξεργασία να πάρουν και τη μορφή του γραπτού λόγου στη σειρά αυτή των εκδόσεων, είναι ένα σημαντικό ντοκουμέντο προσωπικών αφηγήσεων, στιγμών και συνευρέσεων στην πόλη μας.

Θ. Μ. Πραγματικά, έμαθα πολλά πράγματα για έναν άλλον κ. Λαχά εδώ. Γεμάτα νοσταλγία, γεμάτα ομορφιές, γεμάτα τέχνη.

Κ. Λ. Αγωνιώ και σήμερα ακόμη, γυρνώντας 44 – 45 χρόνια πίσω, με την έννοια ότι η πόλη δεν διέθετε τις δυνατότητες που διαθέτει σήμερα σ’ όλους τους τομείς. Να πεις ότι αναζητούσα την επιβίωσή μου μέσα απ’ αυτούς τους χώρους που ήτανε εκεί; Δεν επιμένω. Αλλά αν δεν κάνεις κι αυτές τις τρέλες, εντάξει, μπορεί η μια άκρη του διαβήτη σου να ακουμπάει κάτω κι εσύ να λες η άλλη δεν ξέρω πού πηγαίνει. Εκ των υστέρων, αλλά και τότε, πάντα βίωνα τις διάφορες περιόδους και αισθάνομαι μάλλον πληρωμένος κατά τα μέτρα που κρατώ για τον εαυτό μου.

Θ. Μ. Είχατε τη χαρά και την τύχη να βρεθείτε με σπουδαίους, σπουδαιότατους ανθρώπους του πολιτισμού, με πολιτιστικούς ογκόλιθους. Και είπα προηγουμένως ότι αυτό που διάβασα δεν ήταν παρά ένα μέρος του βιογραφικού σας σημειώματος. Αυτό αντανακλά και σ’ εσάς, έχετε μια εξέχουσα θέση ανάμεσά τους κι έχετε πολλά να πείτε για τον πολιτισμό. Τον πολιτισμό τού σήμερα κυρίως, που μας απασχολεί όλους.

Κ. Λ. Να σας πω. Έτσι καθώς μου γίνεται η τιμή να εργάζομαι στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, από τα χρόνια τα πρώτα μια ευρεία οργανωτική επιτροπή αναζητούσε τη μορφοποίηση του αιτήματος για ένα κρατικό μουσείο στη Θεσσαλονίκη. Υπό τη σκέπη της πολιτιστικής πρωτεύουσας, αυτής που έχει τόσο πολύ ταλανιστεί και ταλανίζει ενδεχομένως, εγώ παίρνω την άλλη πλευρά. Πρέπει να πούνε ότι άφησε πράγματα από πίσω. Άφησε αποθέματα. Μπορεί κανείς να έχει την οποιαδήποτε άποψη, δημόσια πράγματα είναι, ανήκουν σε όλους μας και μπορούμε να εκφράζουμε την κριτική μας άποψη. Όμως πρέπει να πω ότι και μόνο η συλλογή Κωστάκη που αγοράστηκε -θα έλεγα με παρακινδυνευμένες πολιτικές και οικονομικές επιλογές του κ. Βενιζέλου-, το ότι κρατήθηκε στη Θεσσαλονίκη η συλλογή, αυτόματα έχει διευρύνει τα εικαστικά αποθέματα όχι μόνο της χώρας αλλά της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αυτή φαίνεται από –νεοσύστατο είναι το μουσείο– την ως τώρα λειτουργία του και κυρίως το ενδιαφέρον το οποίο επιδεικνύουν μεγάλα ξένα μουσεία, από την Αμερική κι από την Ευρώπη, με τα οποία έχουμε ήδη συνεργασίες. Υπάρχουν μελλοντικές συνεργασίες όπως επίσης και με τη Ρωσία και αυτά είναι πολύ ενδιαφέροντα για να ανέβει το επίπεδο και ο πήχης των διεκδικούμενων στην πόλη και να μη αναλισκόμεθα έτσι σε μια τετριμμένη μιζέρια ατελέσφορων αντιδικιών μεταξύ πρωτεύουσας-συμπρωτεύουσας. Εμείς οφείλουμε εδώ, ο καθένας στο επίπεδο των δικών του, τον προσωπικό, της συντεχνίας του, της βιομηχανίας του μεγάλου μεγέθους του, τα πράγματα να ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες ανάγκες. Στο κενό δεν γίνονται. Και ταυτόχρονα να μπορούν να συντροφεύουν έτσι τουλάχιστον τις νέες γενιές, να μπαίνουν πιο οργανωμένα σ’ αυτούς τους χώρους, να συμβιώνουν με αυτούς και να αισθανθούν αυτή τη διαρκή παραμυθία που προσφέρει η δημιουργική έκφραση σε όλους τους τομείς. Ίσως ακούγονται λίγο γεροντικά αυτά τα πράγματα…

Θ. Μ. Θα πω γι αυτό μετά. Έχω μια προσωπική αντίληψη επί του θέματος. Πάμε ν’ ακούσουμε το «fix carre», ένα τραγούδι σε στίχους δικούς σας από τον τελευταίο δίσκο του Θάνου Μικρούτσικου με τον Χρήστο Θηβαίο. Έναν δίσκο που αγαπήθηκε από την πρώτη μέρα που τον παρουσιάσαμε εδώ στο Ράδιο Έκφραση.

(τραγούδι)

Θ. Μ. Μια μεγαλύτερη και μια νεότερη γενιά λοιπόν, καθόμαστε εδώ απέναντι. Έχουμε καθίσει πολλές φορές απέναντι με τον κ. Λαχά και οφείλω να ομολογήσω αυτό που του έλεγα κάθε φορά φεύγοντας από κάποιες συναντήσεις μας: αισθάνομαι σα να πήγα σε ένα Α.Τ.Μ., σε μια τράπεζα κι έκανα ανάληψη. Μια ανάληψη κάθε φορά, όχι χρημάτων…

Κ. Λ. Άυλων τίτλων.

Θ. Μ. Ενός υπέροχου συναισθηματικού πλούτου. Κάθε συνάντησή μας με έκανε να φεύγω πραγματικά πλουσιότερος. Και για ώρες ή και για μέρες μέσα μου να χορεύει κάτι διαφορετικό.

Κ. Λ. Είναι το τραγούδι. Εγώ έτσι εντελώς συμπτωματικά κάποια στιγμή από το 1982 άρχισα να σκαρώνω στίχους από ένα γενικό τίτλο «της πλάκας». Αμφίσημο, έτσι της πλάκας, για την πλάκα μου δηλαδή και το ενδεχόμενο να γίνουν και πλάκα. Και βέβαια, στη Θεσσαλονίκη ζούμε και τα πράγματα δεν είναι εύκολα για τις δισκογραφικές δουλειές. Πρέπει να βρίσκεσαι μέσα στο σινάφι που η πόλη μας δεν το διαθέτει σε βαθμό που θα μπορούσε να διαθέτει και σ’ αυτό το χώρο εδραιωμένες παρουσιάσεις, στοιχεία αγοράς εννοώ. Η αγορά με ενδιαφέρει και δημοσιεύτηκαν κάπου στο περιοδικό «Παρατηρητής», εκεί τα βρήκε ο Θάνος Μικρούτσικος και χωρίς να ερωτηθώ καν μελοποιήθηκαν. Χωρίς να ξέρω απολύτως τίποτα. Και σε μια ραδιοφωνική μεταμεσονύκτια εκπομπή μ’ ένα φίλο, μου λέει «έλα τώρα να σου κάνουμε μια έκπληξη». Και για πρώτη φορά άκουσα να τα τραγουδάει ο Μικρούτσικος τρία-τέσσερα τραγούδια: ο «Τυμβωρύχος», το «Δημώδες», «Κιλκίς-Χαλκίς», «Άγγελος», «στην πλατεία του Αγίου Βαρδαρίου». Πρέπει να πω ότι στην αρχή όταν τ’ άκουσα αισθάνθηκα λίγο σαν τις λεχώνες όταν τους δίνουν το νεογέννητο το μωρό τους, δεν αναγνώρισα τα πράγματα εκ των υστέρων, αισθάνθηκα έτσι πληρωμένος -με τα δικά μου τα μέτρα εννοώ- με τον τρόπο με τον οποίο τα μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος και τον ευχαριστώ πάρα πολύ. Άλλωστε αυτά έχουν ξανατραγουδηθεί από τη Δήμητρα Γαλάνη, τον Δημήτρη Μητροπάνο εν συνεχεία και τον νεότερο ταλαντούχος Χρήστο Θηβαίο σ’ αυτό τον δίσκο με τον «Άμλετ της Σελήνης» που είναι στη μνήμη του αγαπημένου μας του Γιώργου του Χειμωνά, του Θεσσαλονικιού. Πρέπει να πω όμως -να μη μου διαφύγει- και να σ’ ευχαριστήσω που αυτή η συνομιλία μας άρχισε με μια φωνή που μας συγκίνησε με τα «Πέριξ», τη Βούλα Σαββίδη, με τον οποία βλεπόμαστε αραιά και πού, εκεί στην Σταυρούπολη, στη μονή Λαζαριστών.

Θ. Μ. Τα μαθαίνω γιατί εμείς βρισκόμαστε συχνά.

Κ. Λ. Εκείνο που θέλω να πω με την ευκαιρία αυτή, είναι ότι υπάρχουν κάποιες φωνές όπως της Βούλας και άλλων που ενδημούν στην πόλη, αλλά αποδημούν από την αγορά. Και θα ήθελα κάποιο μαγαζί ρε παιδί μου στην πόλη αυτή να πει «παίρνω τη Βούλα, παίρνω τη Χριστίνα την Κούρτη», λέω έτσι ονόματα που ξέρω, ή κάποιον άλλον ικανό ή με πρόγραμμα.

Θ. Μ. Είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση η Βούλα Σαββίδη, είναι υπό σκέψη και συντρέχουν διάφορα. Εν πάση περιπτώσει τα ξέρετε κι εσείς, και προσπαθούμε να δούμε αν μπορεί αυτή η γυναίκα να μας ξαναχαρίσει εκείνες τις στιγμές.

Θ. Μ. «Κιλκίς-Χαλκίς» είπατε πριν. Μαγικές λέξεις.

Κ. Λ. Το τοπίο γερασμένο και αλλήθωρο / και συ άραξες για πάντα στο Κιλκίς / σαν παλιό λεωφορείο σε ανήφορο / εφιάλτες Ευριπίδη.

Θ. Μ. Θα το ακούσουμε από τη Δήμητρα Γαλάνη και θα χαρούν πάρα πολύ οι πολυπληθείς φίλοι μας στο Κιλκίς.

(τραγούδι)

Θ. Μ. Ευχαριστώ πολύ τον κ. Λαχά που είναι εδώ σήμερα και μας δίνει όλη αυτή την συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση. Και θα ήθελα να ρωτήσω κάτι, έτσι καθώς αισθάνομαι σαν να βρισκόμαστε μόνοι μας και να μη μας ακούει κανείς, όπως σε εκείνες τις υπέροχες κρασοκατανύξεις που τραβούν ώρες…

Κ. Λ. Μα αυτή η διάθεση νομίζω είναι σύμφυτη στη λειτουργία του ραδιοφώνου. Και έτσι υποψιάζεσαι ότι κάπου είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο μοναχικό ή με παρέα ή καθ’ οδόν και προσδοκάς να σε προσλαμβάνει.

Θ. Μ. Ναι… Σχηματοποιεί τις εικόνες μου ο κύριος Λαχάς. Ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Θα ήθελα να ρωτήσω λοιπόν πώς βλέπετε το μέλλον στα πολιτιστικά και μουσικά πράγματα, στον ευρύτερο πολιτιστικό τομέα.

Κ. Λ. Είναι ακριβώς έτσι όπως τίθεται, όπως βλέπω το μέλλον. Κοιτάξτε, δεν ανήκω στην κατηγορία -όπως είπα ήδη- των μεμψίμοιρων και ξέρω σ’ αυτή τη διαδρομή των 45 περίπου χρόνων να εκτιμώ τι αποκτήθηκε στην πόλη. Ας πάρουμε τα τοπικά δεδομένα, πόσο χαιρόμασταν με το τίποτε που γινόταν. Και δεν ήταν τίποτε το να ιδρυθεί η Συμφωνική Ορχήστρα Βορείου Ελλάδος και μετέπειτα η Κρατική Ορχήστρα με τον αείμνηστο τον Σόλωνα Μιχαηλίδη που φέτος ακούω θα τον τιμήσει και δικαιολογημένα. Πως ιδρύθηκε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, χώρους στους οποίους βρέθηκα και να εργάζομαι. Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, έχουν προχωρήσει πέντε πράγματα, το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης… Έχουμε τη Σχολή Καλών τεχνών από το ‘84-‘85 κι έχουμε παιδιά τα οποία ενώ δεν θα πήγαιναν στην Αθήνα για πολλούς λόγους (και οικονομικούς και λόγω αποστάσεων) να σπουδάσουνε εκεί, τους έχουμε ήδη στη Θεσσαλονίκη. Αυτά είναι αποκτήματα. Έχουμε ένα δεύτερο πανεπιστήμιο, έχουμε τα Τ.Ε.Ι. στη Σίνδο κι έχουμε γύρω στις 100.000 πληθυσμό νεανικό σ’ αυτήν την ακραία περίοδο της ζωής του, που είναι συγκλονιστικό στοιχείο σε μια μεγαλούπολη όπως είναι η Θεσσαλονίκη. Από την άλλη πλευρά ο ιδιωτικός τομέας και στα εικαστικά και σε άλλους χώρους. Δίπλα εδώ είμαστε σε δείγμα γραφής μιας καλλιτεχνικής και επιχειρηματικής δράσης όπως ο «Μύλος». Αυτά είναι πάρα πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια για τη ζωή της πόλης, για να μη μείνουμε μόνο στα αρνητικά. Ξέρω κι εγώ αυτά τα ξενυχτάδικα τα τέτοια ή τ’ αλλιώτικα, είναι βεβαίως κι αυτά σ’ ένα χώρο άλλου είδους ψυχαγωγίας. Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι το ότι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου έχει την έδρα του, έχει το «Ολύμπιον», το Μουσείο Κινηματογράφου, το Μουσείο Φωτογραφίας, ακόμα και το Μουσείο Νερού κάπου εδώ δίπλα, έτσι δεν είναι; Αυτά τα πράγματα προσλαμβάνουν πολλές όψεις της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής, δεν είναι μόνο η συναυλία, δεν είναι μόνο η εικαστική δραστηριότητα, είναι συνολικά κι ο τρόπος. Εδώ είναι η ευθύνη των φορέων, του κάθε φορέα ξεχωριστά, να διαθέτει τα εκάστοτε προϊόντα που προβάλλει ώστε να συμμετέχουν όσο γίνεται περισσότερα σ’ αυτή την ας πούμε πνευματική και καλλιτεχνική μέθεξη. Μια λέξη που χρησιμοποιείται τελευταία πάρα πολύ.

Θ. Μ. Συμφωνώ απόλυτα.

Κ. Λ. Ξεκινώ πάλι από το εύρος και τη δυναμική που διαθέτει η συλλογή Κωστάκη, αυτών των Ρώσων πρωτοπόρων του 1910-1930. Το μέλλον μας είναι (το λέω και γεωπολιτικά)  με τον πιο αξιόπιστο και οικείο τρόπο να δημιουργήσουμε τις καλύτερες δυνατές σχέσεις και καλλιτεχνικές ανταλλαγές με τη γειτονιά μας, τα δυστυχή Βαλκάνια, την ανατολική Μεσόγειο, με τις παρευξείνιες χώρες που έχουμε ιστορικούς δεσμούς, με τον ελληνισμό που κατά καιρούς έφευγε από τον Πόντο ή από την Ελλάδα και δούλευε εκεί και με αξιοσύνη άφησε έργα πολιτισμού. Μ’ αυτή την έννοια είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι ένα πολύ λεπτό σημείο αυτό, γιατί τα έχουμε υποστεί αυτά τα πράγματα εκεί προς το τέλος της δεκαετίας του ‘40, του τί σημαίνει η βοήθεια, η βοήθεια για συγκεκριμένες ενέργειες, για συγκεκριμένες δράσεις ώστε να ανακάμψει ο άνθρωπος. Και ο καλός γείτονας, αυτός που βιώνει καλά, είναι καλύτερος γείτονας ενδεχομένως.

Θ. Μ. Πάμε ν’ ακούσουμε τον «Τυμβωρύχο». Συμφωνείτε;

Κ. Λ. Ο «Τυμβωρύχος», ναι, αν με ρωτήσετε πώς βγήκαν αυτά τα πράγματα δεν μπορώ να πω.

Θ. Μ. Γι’ αυτό δεν ρωτώ.

Κ. Λ. Δεν χαίρομαι που δεν μπορώ να πω, γιατί δεν μ’ ενδιαφέρει αυτό το περίεργο στάδιο στην πάσα ολοκλήρωση που είναι αδιευκρίνιστο, ανεξερεύνητο ίσως. Μου αρέσει αυτό το κομμάτι μυστικού, του μαγικού. Γιατί πέντε κουβέντες μπορεί να πεις, τώρα. Η οδός Ταντάλου και τα τόσα τοπωνύμια και στα πεζογραφικά μου κείμενα και στα τραγούδια, όπως και το «Κιλκίς-Χαλκίς» και τα λοιπά, δεν είναι από μια ανάγκη εκζήτησης, άλλωστε δεν μ’ ενδιαφέρει ή και την αποφεύγω -κι οφείλω να την αποφεύγω- την εκζήτηση. Είναι ακριβώς γιατί υπάρχουν πράγματα, δρόμοι, σπίτια, άνθρωποι, που έχουν μυθοποιηθεί. Και τα τοπωνύμια, ιδίως της περιοχής καταγωγής μου -του Κιλκίς- τα αναγράφω κι αναφέρω με τα παλιά τους ονόματα. Γιατί ακριβώς έτσι έχουν μυθοποιηθεί μέσα μου κι αυτή είναι η σχέση με τον τόπο. Ο τόπος σαν μήτρα ζωής και μέσο ζωγραφικής, το ανθρώπινο σώμα, το γυναικείο σώμα που κυοφορεί τη νέα ζωή, είναι ας πούμε σχηματικά δύο χώροι που με απασχολούν. Αν αυτά τα πράγματα βεβαιώνονται και με το όποιο αποτέλεσμα το εικαστικό ή το στιχουργικό ή το πεζογραφικό, έχει καλώς. Και μόνο που ασκούμαστε, είναι καλές… «ασκήσεις επί αμμοδόχου».

(τραγούδι)

Θ. Μ. Διάβαζα στο βιβλίο σας, τον « Πλου Ονείρου», σάς αποκαλούσαν ο κύριος Κοχλίας στα χρόνια του «Κοχλία» και ο κύριος Βελίδειος στα χρόνια του «Βελίδειου».

Κ. Λ. Το θεωρώ πάρα πολύ σημαντικό από άδολες ψυχούλες μικρών παιδιών, να σε ταυτίζουν με το χώρο της δουλειάς σου. Δεχόμασταν εκατοντάδες χιλιάδες παιδιών από βρεφονηπιακούς σταθμούς, δημοτικά, γυμνάσια, λύκεια και λοιπά. Και αυτό το εννοώ. Παρ’ ότι, διαβάζοντας κανείς στο βιβλίο αυτές τις αναφορές μου, μπορεί να πει μήπως επιτηδείως τις μηχανεύομαι εγώ για να μυθοποιήσω. Δεν είναι αυτό, γιατί το ψέμα φαίνεται, κάνει μπαμ. Ούτε τυχαίος ήταν ο τίτλος «Κοχλίας», ο τίτλος αυτής της γκαλερί που ξεκίνησε το 1972 με μια έκθεση του Γιάννη Γαΐτη ενώ ήθελα να ξεκινήσω με έκθεση του Πεντζίκη. Επελέγη ο τίτλος για να τιμηθεί το περιοδικό λόγου και τέχνης «Κοχλίας» που έβγαινε στη Θεσσαλονίκη από μία πολύ σημαντική ομάδα: τον Πεντζίκη, την αδερφή της Ζωής Καρέλλη, τον Βαρβιτσιώτη, τον Θέμελη, τον Κιτσόπουλο, τον Γιάννη Σβορώνο, τον μεγάλο γραφίστα και πολλαπλών δημιουργικών δυνατοτήτων άνθρωπο. Άλλωστε είναι και ωραίος τίτλος, είναι και σύντομος τίτλος, κλίνεται εύκολα, μπορεί να βγει και βηματάκι ωραίο και είναι η πόλη. Αυτή η πόλη που σ’ ένα τραγούδι που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα υπό τον τίτλο «Αλχημιστής»: «Αμήχανος κυκλοφορώ σ’ αυτή την πόλη / σαν αγνοούμενος ακήρυχτων πολέμων / στις διαβάσεις, βιαστικοί τρέχουνε όλοι / άγνωστοι μεταξύ αγνώστων εμπόλεμων. / Με τί ευφράδεια μιλούν απ’ τα μπαλκόνια / για το χαμένο παρελθόν του μέλλοντός μας, / κανείς δεν έμαθε ποτέ τί σέρνουμε εντός μας / ούτε γιατί μαράθηκε στη γλάστρα η μπιγόνια. / Στα έγκατα της μοναξιάς και του χαμένου μύθου, / δρυοκολάπτης της αξίας κι αλχημιστής του λίθου. / Δεν εισχωρούν στη μοναξιά μου διαιρέτες / ούτε και δείκτες τρεχουσών συναλλαγών, / ανέραστα συνθήματα εκπέμπουν με δισκέτες / σε διαδίκτυα μεταλλαγμένων αλλαγών. / Δεν εισχωρούν στη μοναξιά μου διαιρέτες / ούτε κι δείκτες τρέχουσων συναλλαγών».

Θ. Μ. Ευχαριστώ πάρα πολύ για την τιμή να μας διαβάζετε ανέκδοτο δικό σας υλικό. Θα δεί κάποτε το φως της δημοσιότητας ή απλά είναι ένα κομμάτι δικό σας;

Κ. Λ. Όχι, είναι προς επεξεργασία. «Στιγμιαία φωτογραφία»: « Τί όμορφα που πέφτουν τα μαλλιά σου / σε κείνη την παλιά φωτογραφία / κι εγώ γυρτός στην αγκαλιά σου / βυζαντινή αγιογραφία / μετρώ τους χτύπους της καρδιάς σου / κι αλαφιασμένος τρέχει ο νους / σε μυστικούς εσπερινούς. / Τί όμορφα που πέφτουν τα μαλλιά σου / σε κείνη την παλιά φωτογραφία. / Για μια στιγμή αγάπησέ με / έστω σα φευγαλέο όνειρο, / θαμπό φεγγάρι αυγουστιάτικο στο Νέστο, / στις εκβολές αυτού του μύθου κολυμπώ. / Είναι που έρχομαι; Που φεύγω; Ή που μένω / μ’ ένα σωρό διλήμματα της παρακμής / κι εσύ Φαγιούμ που με κρατά παγιδευμένο / σε μια παλιά φωτογραφία της στιγμής. / Τι όμορφα που πέφτουν τα μαλλιά σου / σε κείνη την παλιά φωτογραφία».

Θ. Μ. Έχουμε τη χαρά να κολυμπάμε στην αιώνια εφηβεία σήμερα.

Κ. Λ. Η εφηβεία είναι αιώνια και το τραγούδι είναι η εφηβεία των λαών που ξέρουν να παράγουν τραγούδι και να τραγουδούν. Και ο ελληνικός έχει τη δημοτική μας ποίηση, την πάρα πολύ σημαντική για όποιον ασχολείται μ’ αυτά τα πράγματα. Και δεν είναι απλά μια αναφορά στο παρελθόν και στην παράδοση, άλλωστε η παράδοση δεν είναι καμιά χιονόμπαλα που μας πιέζει. Η κριτική μας στάση σήμερα και η δύναμη που έχει να ανταποκρίνεται σε σημερινές απαιτήσεις, εκεί είναι το εύρος των κοιτασμάτων που φέρει μέσα της αυτή η ποίηση αλλά κι όλο το εύρος του τραγουδιού. Θα έβαζα μέσα όλα τα τραγούδια. Και τα έντεχνα και τα λόγια και τα παραδοσιακά και τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά κι εκείνα τα ελαφρά που με συντρόφευαν –πάλι θα επανέλθω εκεί στο τέλος της δεκαετίας του ‘40-50-, που ακούγαμε από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αθήνας μ’ ένα δέος. Ρε παιδί μου τί είναι αυτή η Αθήνα και τί οι δρόμοι της κι οι παραλίες της κι αυτά και το ’να και τ’ άλλο. Ε, αυτά όμως δεν τα αναφέρω απλά με μια νοσταλγικότητα που είναι εύλογο να βγαίνει, άλλωστε δεν είμαι και αθεράπευτα ρομαντικός. Αλλά η νοσταλγικότητα απλά και μόνο δεν με ενδιαφέρει, εκτός εάν έχει πυρήνες που μπορούν να λειτουργούν για τον παρόντα χρόνο ως πυροδοτικοί μηχανισμοί για να ανατρέπουν τα πράγματα ή να μας σεκλετίζουν. Ας έρθει κι η νοσταλγικότητα, υπό αυτή την προϋπόθεση όμως.

Θ. Μ. Ο χρόνος όμως είναι αμείλικτος…

Κ. Λ. Είναι π’ αναθεμά τον. Είναι π’ ανάθεμά τον. Είναι και φεύγει. «Φεύγουν τα χρόνια και φεύγουν άδικα / σαν πιάτα που τα σπάμε στα σκυλάδικα».

Θ. Μ. Πάμε να τον εξορκίσουμε. Δεν ξέρω τί μπορούμε να κάνουμε, ας ακούσουμε το «Δημώδες» από τον Δημήτρη Μητροπάνο λίγο πριν αποχαιρετήσουμε τον κύριο Λαχά.

(τραγούδι)

Θ. Μ. Πού να χωρέσει μέσα σε πενήντα λεπτά μια κουβέντα με τον κύριο Λαχά, που χρειάζονται ώρες έτσι σιγά-σιγά να παίρνει μπρος και ν’ αρχίζει να κουβεντιάζει για όλα αυτά τα όμορφα. Και σιγά-σιγά να βγαίνουν ιδέες, να βγαίνουν χίλια δυο πράγματα και να τίθενται. Μια νεράιδα κάποια μέρα -γιατί περνάνε και νεράιδες ενίοτε- μας έφερε ένα μπουκάλι κρασί, ένα μπουκάλι κρασί δικής της παραγωγής.

Κ. Λ. Ωω! Θα το τιμήσουμε.

Θ. Μ. Το οποίο σας το δείχνω αυτή τη στιγμή και θα το τιμήσουμε για να κουβεντιάσουμε περαιτέρω.

Κ. Λ. Μήπως κι ο κόσμος το βλέπει, παρ’ ότι δεν έχουμε τα μέσα που διαθέτει η τηλεόραση…

Θ. Μ. Καμιά φορά έτσι φαίνονται καλύτερα τα πράγματα.

Κ. Λ. Βλέπουν τα πράγματα πολύ περισσότερο όπως λέγαμε και προηγουμένως, είναι αυτή η μαγεία του ραδιόφωνου. Αυτή της προσωπικής εκμυστηρευτικής διάθεσης.

Θ. Μ. Έχω έναν αδερφικό φίλο με τον οποίο θέλουμε τουλάχιστον δυο-τρεις ώρες προεργασία μ’ αυτή την κρασοκατάνυξη και την ηρεμία και τη γαλήνη, για να μπορέσουμε να αρχίσουμε να μιλάμε…

Κ. Λ. Τα συνηθίζετε αυτά κύριε Μπακάλη.

Θ. Μ. Ναι, το ομολογώ.

Κ. Λ. Άλλωστε το κρασί, η ελιά και το στάρι είναι τα βασικά αγαθά του πολιτισμού μας.

Θ. Μ. Για το στάρι έλεγα στις αρχές του μήνα, γιατί είναι ο θεριστής.

Κ. Λ. Βεβαίως, και πάντα.

Θ. Μ. Και συνηθίζουμε έτσι να κάνουμε αυτή την προεργασία για να μπορέσουμε να μπούμε έτσι σ’ αυτό το πνεύμα των συμποσίων, που αρχίζει ο νους σιγά-σιγά κι απελευθερώνεται. Βέβαια έχω και κάποιες ενστάσεις γιατί κάποιοι νόες, κάποια μυαλά, απελευθερώνονται με κακό τρόπο μετά το κρασί. Εγώ ανήκω σε μια άλλη κατηγορία που μετά το κρασί πηγάζει ό,τι γόνιμο, ό,τι μπορεί να βγάλει ο άνθρωπος απ’ την ψυχούλα του και χαίρομαι πάρα πολύ που συναντώ ανθρώπους που έχουν αυτό το ιδίωμα. Μετά από μια κρασοκατάνυξη λοιπόν μπορεί να προκύψουν πράγματα που την επόμενη μέρα ίσως να γράψουν ιστορία.

Κ. Λ. Θυμάμαι κάτι που μου είπε ο μακαρίτης ο Μανώλης ο Ανδρόνικος όταν μετά τα ευρήματα της Βεργίνας τον καλούσαν σ’ όλο τον κόσμο και βρέθηκε στην Αμερική, σ’ ένα πανεπιστήμιο και είπε: « Κοιτάξτε τώρα, η Ελλάδα είναι αυτή που υπήρξε. Να τα, αυτά είναι τα χρόνια μας, αυτός είναι ο τόπος μας, αυτές είναι οι καλλιέργειές μας, αλλά κατανοήστε κι εσείς ότι οι άνθρωποι και έπιναν και μιλούσαν και περπατούσαν και σκεφτότανε. Ε, αυτά δεν γίνονται με coca cola».

Θ. Μ. Ακριβώς, ακριβέστατα. Κάτι ως αποφώνηση. Είμαστε στο ένα λεπτό πριν από το τέλος.

Κ. Λ. «Σε είδα που περνούσες σαν παράνομος εχτές γωνία Αιγύπτου-Τσιμισκή τοίχο με τοίχο. / Φέρνει ο καιρός γυρίσματα κι εσύ δε φταις / ούτε κι εγώ που στήνομαι εδώ να σε πετύχω. / Με μια θολή αοριστία προσπερνάς σα νοσταλγός ενός χαμένου παραδείσου / και σαν αρχαίος τυμβωρύχος ερευνάς στα λατομεία μιας αθέατης αβύσσου. / Ασε με φίλε να παραμιλώ, σου λέω άσε με / γι’ αυτό που είμαι σου μιλώ κι ύστερα χάσε με. / Σέρνω μαζί μου κάτι χειμώνες του ‘50 με τη σκουριά του μετανάστη στη ψυχή. / Σε ποιά μεριά του φεγγαριού κρύβεις το πρόσωπό σου Μπάμπη Νίντα σαν σκοτεινή περίπολος χαμένη στη βροχή».

Θ. Μ. Ένας ωραίος τρόπος αποφώνησης. Και μας το είπε απ’ έξω αυτό το ποίημα ο κύριος Λαχάς. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την ιδιαίτερη τιμή που μας κάνατε να είστε εδώ.

Κ. Λ. Εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ κύριε Μπακάλη, αγαπητέ Θοδωρή. Κι ευχαριστώ συνολικά τους συνεργάτες του Ράδιο Έκφραση γι’ αυτό το ήθος που υπηρετείτε ώστε να προσλαμβάνουν ποιότητες, μιλώ γι’ αυτούς που έχουν μάτια κι ακούν, για όσους έχουνε αυτιά και βλέπουν. Ευχαριστώ πάρα πολύ.

Θ. Μ. Να ‘στε καλά. Γεια σας. Έτσι λοιπόν αποχαιρετήσαμε τον κύριο Λαχά, τον οποίο ευχαριστώ για τη συγκίνηση η οποία θα συνεχιστεί βέβαια, μεσημεράκι είναι, μεσημεράκι των ρεμβασμών και της ξάπλας που λέει ο Allen Ginsberg κάπου. Εμείς θα τελειώσουμε με Οδυσσέα Ελύτη από τους «Προσανατολισμούς», με τί άλλο; Με ποίηση. «Γέννηση της Μέρας» το ποίημα. Γεια χαρά.

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *