Τα αιματηρά επεισόδια που ξεκίνησαν στις 6 Μαρτίου του 1910 από το χωριό Κιλελέρ και εξαπλώθηκαν σε άλλες πόλεις της Θεσσαλίας, αποτέλεσαν την κορυφαία εξέγερση της ελληνικής αγροτιάς ενάντια στην εκμετάλλευση των τσιφλικάδων. Μία εξέγερση που προκάλεσε τη συμπάθεια όλου του λαού και οδήγησε σταδιακά στη λύση του αγροτικού ζητήματος.

Η απελευθέρωση της Θεσσαλίας σηματοδοτεί την έκρηξη του αγροτικού ζητήματος, μετά τη δίκαιη απαίτηση των κολίγων για απαλλοτρίωση των τσιφλικιών. Μέχρι το 1881 η Θεσσαλία βρισκόταν κάτω από την τουρκική κυριαρχία. Τη χρονιά αυτή γίνεται η προσάρτησή της από το ελληνικό κράτος. Όμως, ο ελληνικός στρατός δεν μπήκε σαν ελευθερωτής. Την ελευθερία την ένιωσαν πεντακόσιοι νοματαίοι, οι πλούσιοι, οι ιδιοκτήτες, οι νοικοκυραίοι. Ο υπόλοιπος κόσμος, το μόνο που είδε να γίνεται ήταν πως το τουρκικό μπαϊράκι αντικαταστάθηκε από το ελληνικό και οι Τούρκοι στρατιώτες από τους Έλληνες. Οι αγροτοδούλοι της Θεσσαλίας τα ίδια και χειρότερα. Γι’ αυτούς δεν πάρθηκε καμιά πρόνοια. Αντίθετα βγήκαν διαταγές που προστάτευαν τους ιδιοκτήτες «από πάσαν παράνομον ενέργειαν των αγροληπτών…». Αστυνομία, στρατός, δικαστές, μπήκαν στην υπηρεσία των τσιφλικάδων που όχι μόνο βάσιζαν την ιδιοκτησία τους στην κλεψιά και την αρπαγή, αλλά και στους τούρκικους τίτλους που είχαν αποκτήσει σαν αποτέλεσμα των νιτερέσων με τους μπέηδες.

Είχαν πετύχει μάλιστα στην ελληνοτουρκική συνθήκη προσάρτησης της Θεσσαλίας να υπάρχει ειδική μνεία (το αρθρ. 3) που απαγόρευε την απαλλοτρίωση μεγάλων αγροκτημάτων. Στηριγμένοι και σ’ αυτή τη διάταξη, όχι μόνο δεν δεχόντουσαν κουβέντα για απαλλοτρίωση, αλλά ούτε και για στοιχειώδη καλυτέρευση των συνθηκών ζωής των κολίγων.

Στο Ζάρκο έχουν συμβεί συνταρακτικά γεγονότα. Εκεί η πείνα και η δυστυχία ξεπερνά κάθε άλλη περιοχή. Ο επιστάτης του τσιφλικιού είναι ένας αιμοβόρος σατράπης. Θέλουν να διαμαρτυρηθούν οι δυστυχισμένοι κολίγοι αυτού του χωριού, αλλά πληρώνουν πολύ ακριβά αυτή τους τη στάση. Έρχεται στρατός στο χωριό και αρχίζει τους ξυλοδαρμούς, βρίζοντας τους κολίγους «τουρκοσπέρματα».

Έτσι, ο κάμπος της Καρδίτσας και της Λάρισας που στις πρώτες μέρες της προσάρτησης υποδέχτηκε με δάκρυα χαράς τον ελληνικό στρατό, βλέπει τα όνειρα και τις ελπίδες του να σβήνουν. Η καταπίεση συνεχίζεται. Ο κόσμος έχει απηυδήσει και φτάνει στο σημείο να νοσταλγεί την τούρκικη κυριαρχία. «Χίλιες φορές ήταν καλύτερα το τούρκικο», λένε οι γεροντότεροι. Και δεν έχουν άδικο. Οι τσιφλικάδες γίνονται στυγνότεροι εκμεταλλευτές και βασανιστές του πληθυσμού από την εποχή της κυριαρχίας των τούρκων…

Οι ιδιοκτήτες, βλέποντας τον αναβρασμό των κολίγων, εκτός από τους ταχτικούς φύλακες που έχουν στα τσιφλίκια τους, οργανώνουν τρομοκρατικά ασκέρια από κακοποιούς φυγόδικους Αρβανίτες. Έτσι στα τσιφλίκια, τα μισθωμένα από τους τσιφλικάδες αποβράσματα περιφέρονται και εκφοβίζουν του κολίγους παριστάνοντας τους φύλακες, πίνοντας και καλοτρώγοντας με τους χωροφύλακες. Πού να τολμήσει να βγάλει τσιμουδιά ο κολίγος, που και άοπλος είναι και από τις συνθήκες της ζωής του κακομοιριασμένος. Σποραδικά, όπως στο Ζάρκο και στους Σοφάδες, αρχίζουν να πληθαίνουν αυτοί που σηκώνουν κεφάλι. Στο τέλος όμως οι περισσότεροι αναγκάζονται να πάρουν τα βουνά, γιατί αλλιώτικα κινδυνεύουν να σαπίσουν στις φυλακές του ελληνικού κράτους.

Το τσιφλίκι και οι κολίγοι

Το τσιφλίκι κατά την οθωμανική περίοδο αποτελεί ένα θεσμό που δεν στοχεύει στο κέρδος, αλλά στην αυτάρκεια των αγαθών και ως εκ τούτου προσφέρει στους χωρικούς μεγαλύτερη ασφάλεια για την επιβίωσή τους από εκείνη που είχαν οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες. Πολλοί απ’ αυτούς, μετά το 1881, καίτοι αγόρασαν γη, τελικά μετατράπηκαν ξανά σε κολίγους, αφού αναγκάζονταν να δανείζονται με υπέρογκους τόκους, τους οποίους βεβαίως δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν.

Από τη μια λοιπόν έχουμε τους κολίγους: Πρόκειται για τους γηγενείς πεδινούς ραγιάδες, που δούλευαν στο τσιφλίκι, είτε «πάππου προς πάππο», είτε έγιναν κολίγοι από μικροϊδιοκτήτες λόγω χρεών, αφορίας ή κακών καιρικών συνθηκών. «Είναι δεμένοι με εθιμικά δεσμά με το τσιφλίκι. Οργώνουν με το ησιόδειο άροτρο (το ξυλάροτρο με ελκυστήρα το βόδι), θερίζουν με το δρεπάνι, αλωνίζουν με τη δοκάνη, μεταφέρουν με τη βοϊδάμαξα. Όλα αυτά με πολύ ιδρώτα, που αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στα ρούχα, στο πετσί τους. Άλλη κατηγορία κολίγων ήταν ορεινοί Αγραφιώτες. Αυτοί χόρταιναν σταρένιο ψωμί στον κάμπο αν και τους αποδεκάτιζε η ελονοσία. Με τον καιρό συνήθιζαν τη ζωή στο τσιφλίκι…», γράφει ο Γ. Χατζηλάκος.

Δεμένοι με το τσιφλίκι ήταν επίσης οι προλετάριοι της υπαίθρου: οι παρακεντέδες και οι κουλουκτσήδες. Ενώ ο κολίγος είναι επίμορτος αγρότης, ιδιοκτήτης μερικών αροτριαίων ζώων (βόδια και σπανιότερα βουβάλια), γεγονός που του δίνει το δικαίωμα να καλλιεργεί ένα χωράφι (η έκταση που του παραχωρείται εξαρτάται από τον αριθμό των ζώων), οι παρακεντέδες και οι κουλουκτσήδες είναι ακτήμονες χωρικοί. Τους χρησιμοποιεί είτε ο κολίγος, ένα είδος μισθωτών του ζευγά, είτε κατευθείαν ο τσιφλικάς. Πρόκειται για καπνοκαλλιεργητές, βοσκούς ή απλά εργάτες γης. Μερικοί γίνονται αγροφύλακες, τεχνίτες ή αγωγιάτες, αλλά στην πλειοψηφία τους αποτελούν ένα εξαθλιωμένο αγροτικό προλεταριάτο που αμείβεται σε είδος (σιτάρι και παπούτσια) και βρίσκεται σε πολύ χειρότερη μοίρα από τους κολίγους.

Μικροϊδιοκτήτες και τσιφλικάδες

Όπως και επί τουρκοκρατίας, έτσι και μετά το 1881 υπήρχαν μικροϊδιοκτήτες, οι οποίοι είτε δεν μπήκαν στον τσιφλικικό ζυγό είτε απαλλάχτηκαν από αυτόν, αγοράζοντας χωράφια από τους τσιφλικάδες. Σύμφωνα με στατιστική του Εμπορικού Συλλόγου Βόλου (1907), γεωργοί εξαγόρασαν από το 1881 έως το 1907, 165 τσιφλίκια (ολόκληρα ή τμήματα αυτών), όπως π.χ. στον Αετόλοφο Αγιάς, το Ομόλιο, το Σταυρό Φαρσάλων κ.ά.

Κολίγοι (με ή ελάχιστη οικονομική δυνατότητα), δανείζονται για να αγοράσουν γη από ξεπεσμένους τσιφλικάδες, με αποτέλεσμα να βρεθούν χρεωμένοι καθώς οι δόσεις και οι φόροι ήταν δυσβάστακτοι. «Σαν ιδιοκτήτες οι φτωχοί αγρότες, φορτωμένοι με βάρη δυσανάλογα με τη γη που αγόραζαν, αποτέλεσαν αργότερα την πλατιά εκείνη κατηγορία των χρεωμένων μικροϊδιοκτητών, που κατέβαιναν σε κοινό μέτωπο με τους ακτήμονες σε συλλαλητήρια και στις μαύρες σημαίες τους είχαν κρεμασμένο το λαγοπόδαρο που χρησιμοποιούσαν τα δασκαλούδια για να σβήσουν το μαυροπίνακα – σύμβολο πως τέτοιο σκούπισμα ζητούσαν να πάρουν και τα χρέη τους», σημειώνει ο Ζήσης Σκάρος.

Από την άλλη είναι οι τσιφλικάδες. Το τσιφλίκι πρωτοεμφανίστηκε στην οθωμανική αυτοκρατορία το 17ο αι., αναπτύχθηκε δε ιδιαίτερα στον 19ο. Στην αρχή όλοι οι τσιφλικάδες ήταν Οθωμανοί, κυρίως Τούρκοι αλλά και Τουρκαλβανοί. Μετά βρίσκουμε Έλληνες ή Εβραίους. Είναι πλούσιοι από τα ιόνια νησιά, γιατροί και δικηγόροι, ακόμη κι ένας καθηγητής πανεπιστημίου της Αθήνας. «Αυτοί ούτε ήξεραν πώς είναι το τσιφλίκι, ούτε πήγαν ποτέ τους. Όλα τα κανόνιζε ο επιστάτης, ο οποίος σίγουρα έκλεβε τους κολίγους αλλά και τους νεόκοπους τσιφλικάδες. Μια άλλη κατηγορία τσιφλικάδων δημιουργήθηκε από τους Έλληνες της διασποράς (Ρωσία, Ρουμανία, Τουρκία), άνθρωποι προοδευτικοί γιατί έφεραν μηχανήματα, νέους σπόρους και άλογα-θεριά από το εξωτερικό. Μια τρίτη κατηγορία αναδύθηκε από την τάξη των κολίγων. Αυτοί δεν είχαν ανάγκη ούτε από επιστάτη, ούτε από πολλούς αγροφύλακες. Ήταν οι στυγνότεροι εκμεταλλευτές», σύμφωνα με τον Πηλέα Διαμαντόπουλο.

Ευεργέτες και χρηματιστές

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, οι τσιφλικάδες δεν είναι απλά μια νέα τάξη μεγαλοϊδιοκτητών, αφού μια μεγάλη πλειοψηφία προέρχεται από τους κύκλους του παροικιακού κεφαλαίου που είχαν αρχίσει από το 1873 να διεισδύουν στον ελλαδικό οικονομικό χώρο. Οι Ζαρίφης, Ζάππας, Ζωγράφος, Σκυλίτσης, Στεφάνοβικ, Καραπάνος, Μπαλτατζής, Συγγρός κ.ά., οι οποίοι έδωσαν αποφασιστική ώθηση στις χρηματιστικές και τραπεζικές δραστηριότητες, είναι οι ίδιοι που αγοράζουν από τους Τούρκους τα περισσότερα και μεγαλύτερα τσιφλίκια.

Υπάρχουν όμως κι άλλοι: «…Διοικητικοί υπάλληλοι, νομάρχες, δικαστικοί μέχρι και ανώτατοι, βουλευτές και υπουργοί, αδέκαροι όντες οι περισσότεροι, βρέθηκαν “νέοι τσιφλικάδες εκ περιστάσεως” και δημιούργησαν “νέα τζάκια”. Κι έγιναν οι χειρότεροι ιδιοκτήτες», σύμφωνα με τον Λάζαρο Αρσενίου.

Εξώσεις και εξευτελισμοί

Οι εξώσεις ήταν το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι κολίγοι, μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας το 1881, ένα θέμα το οποίο δεν υφίστατο επί τουρκοκρατίας. Οι εξώσεις απέκτησαν και επίσημο χαρακτήρα το 1899, με το νόμο της κυβέρνησης Θεοτόκη «περί εξώσεως δυστροπούντων ενοικιαστών». Πενήντα τέσσερις οικογένειες στα Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων, στην προσπάθειά τους να εμποδίσουν τη μαζική έξωσή τους, απευθύνονται με αναφορά στον βασιλιά Γεώργιο και αυτοαποκαλούμενοι χριστιανοί του θεσσαλικού κάμπου, εκλιπαρούν: «Είναι 17 χρόνια που ακούσαμε πως ο τόπος εδώ έγινε ελληνικός και πως εγίναμεν υπήκοοι της μεγαλειότητός σου. Ημείς όμως τίποτε από αυτά δεν είδαμεν ακόμα. Είδαμεν μονάχα πως έφυγαν οι πασάδες και οι Τούρκοι, αλλά τώρα είμαστε σκλάβοι εις τους μπέηδες και σε άλλα αφεντικά που μας τυραννούν πολύ περισσότερο τώρα παρά όταν είχαμε τους πασάδες», γράφουν. Πράγματι η ζωή για τους κολίγους ήταν χειρότερη από εκείνη των πατεράδων τους επί Τουρκοκρατίας. Όσοι δεν ανέχονται τον εξευτελισμό φεύγουν στην Αμερική και αλλού, ενώ εκείνοι που δεν είχαν τα ναύλα για το ταξίδι έπιασαν τα βουνά προτιμώντας λίγη αλλά υποφερτή ζωή. Έτσι δημιουργήθηκαν οι Τσιτσούληδες, ληστές εκείνης της περιόδου, γράφει η Καίτη Αρώνη-Τσίχλη.

Επί των εξώσεων, σύμφωνα με τον Κ. Βεργόπουλο θεμελιώθηκε η συγκρότηση των σύγχρονων τσιφλικιών. Οι εξώσεις δεν είχαν όμως μόνο οικονομικές συνέπειες σε βάρος των κολίγων οι οποίοι καθίστανται σκλάβοι του ιδιοκτήτη αλλά και πολιτικές, αφού αναγκάζονταν να ψηφίζουν τους τσιφλικάδες ή τους αχυρανθρώπους τους.

«Διά της εξώσεως» παρατηρεί ο Σοφ. Τριανταφυλλίδης, «ο λαός της Θεσσαλίας υποδουλώνεται εις τους 40 ιδιοκτήτες γής. Εάν ο κολίγος δεν ψηφίσει τον βουλευτήν ή τον δήμαρχον του ιδιοκτήτου ουαί εις αυτόν…».

Την απάντηση στο πώς εκλέγονταν οι περισσότεροι τσιφλικάδες ή τα όργανά τους στη Θεσσαλία, όπου ο μισός πληθυσμός ήταν αγρότες, τη δίνει ο Λάζαρος Αρσενίου: «Με τη βία. Οι εκλογές τότε, με “σφαιρίδια” και ξεχωριστή για κάθε ψηφοφόρο κάλπη, ήταν ολοφάνερες. Ο ψηφοφόρος αδυνατούσε να κρύψει τι ψηφίζει. Οι τσιφλικάδες ανέθεταν στους επιστάτες τους και σε άλλους μπράβους να οδηγήσουν αγεληδόν τους κολίγους και με την απειλή της έξωσης επέβαλλαν να ψηφίζουν φανερά, όποιον εκείνοι ήθελαν».

«Σοφάδες είμαι εγώ»…

Ήταν δε τέτοιος ο εξευτελισμός ώστε ο κολίγος δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από το κτήμα χωρίς γραπτή άδεια του ιδιοκτήτη. Ο επιστάτης, σύμφωνα με τον Σπ. Παγανέλη, υποχρέωνε τους κολίγους «να εργάζονται τις Κυριακές, να μη συνάπτουν γάμους, να αρνούνται τη φιλοξενία, να μη βρίσκονται στους δρόμους μετά τη δύση του ηλίου και άλλα τέτοια, ενώ αντιγράφοντας τον Λουδοβίκο ανέγραψε το “Σοφάδες είμαι εγώ”»!

Αποκορύφωμα του εξευτελισμού τα όσα χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πηλέας Διαμαντόπουλος για το «δικαίωμα της πρώτης νύχτας»: «Και τα ανύπαντρα κορίτσια να ξεπαρθενεύει το αφεντικό κι ύστερα να τα παντρεύει κι οι παντρεμένες να συγυρίζουνε το κονάκι του και να του κάνουνε τα κέφια. Αφεντικό κι επιστάτης είχαν αυτά τα δικαιώματα και κανένας δεν επιτρεπότανε να ξεφυλλίσει ψύλλους στ’ άχυρα για αυτά τα ζητήματα…».

Ελονοσία

Τέλος, στις συνθήκες ζωής στην ύπαιθρο πρέπει να συμπεριληφθούν και οι μάστιγες των ασθενειών και κυρίως της ελονοσίας, λόγω των λιμναζόντων νερών. «Ο άνθρωπος της Μεσογείου», γράφει ο Φερνάντ Μπροντέλ, «βρισκόταν πάντα σε διαρκή αγώνα με τον κάμπο», το ημέρωμα του οποίου υπήρξε δυσκολότερο από εκείνο του βουνού. Ο θεσσαλικός κάμπος λοιπόν ήταν πολύ εύφορος όταν δεν κατακλύζονταν από τα νερά, αλλά ένας τόπος άξενος, εχθρικός για τον άνθρωπο όταν κυριαρχούσαν τα έλη.

«Κι όπως εσύ ο ξένος» γράφει ο Διαμαντόπουλος «βλέπεις αυτόν τον καραγκούνη όξω από τον οντά, ξαπλωμένον να μην σηκώνει το κεφάλι ούτε για να σου πει μια καλημέρα, σκέφτεσαι από μέσα σου:

– Μωρέ τι τεμπέλης κόσμος είναι τούτος δω!

– Να ‘ξερες πόσο άδικο έχεις…».

Μερικές λεπτομέρειες ακόμη

Οι συνθήκες ζωής των κολίγων είναι πανάθλιες. Η εξάρτηση τους από τους τσιφλικάδες και τους επιστάτες απόλυτη. Είναι υποχρεωμένοι να δίνουν νοίκι στον τσιφλικά το μισό της παραγωγής, πολλές κότες και πρόβατα και τεράστιες ποσότητες τυροκομικών προϊόντων. Πρέπει ακόμα να στέλνουν ένα μέλος της οικογένειας, θηλυκού γένους, να ζυμώνει και να ψήνει το ψωμί της επιστασίας. Οι τσιφλικάδες είχαν πλήρη εξουσία πάνω στο σώμα των γυναικών και των κοριτσιών των κολίγων.

Οι κολίγοι δεν μπορούν να ξηραίνουν καπνό και βοδινή κοπριά στους τοίχους και τα κεραμίδια. Δεν έχουν δικαίωμα να κρεμούν βρεγμένα ρούχα στους τοίχους για στέγνωμα. Δεν μπορούν να απομακρυνθούν απ’ το χωριό χωρίς άδεια του επιστάτη ούτε να καλλιεργούν άλλη γη εκτός απ’ αυτή του αφεντικού. Βέβαια εξυπακούεται ότι δεν μπορούσαν να έχουν σπιθαμή δική τους γη. Κατοικούν σε τρώγλες και τρώνε μαζί με τα ζώα τους. Όταν έρχεται η ώρα να ασκήσουν το «εκλογικό τους δικαίωμα» ψηφίζουν αυτούς που τους υποδεικνύει ο τσιφλικάς.

Οι επιστάτες είναι η δεύτερη εξουσία μετά τον τσιφλικά. Έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν σε κάθε πτυχή της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής των κολίγων. Μπορούν να τους εκβιάζουν και να τους αναγκάζουν να κάνουν οτιδήποτε θέλουν. Να τους αναγκάζουν να εργάζονται τις Κυριακές, να τους απαγορεύουν να παντρευτούν, να τους απαγορεύουν την φιλοξενία, να μη τους αφήνουν να μιλούν μεταξύ τους ιδιαιτέρως, να μην κυκλοφορούν μετά τη δύση του ηλίου και ακόμα να κοιμούνται με τις γυναίκες τους.

Τον Ιούλιο που ήταν μήνας θερισμού ο θεσσαλικός κάμπος απαιτεί περισσότερα χέρια. Οι πλατείες της Λάρισας μοιάζουν απέραντα σκλαβοπάζαρα. Εκεί, οι επιστάτες των τσιφλικάδων διαλέγουν τους λευκούς δούλους. Ο «τυχερός» θεριστής (γκέκης) οδηγείται σε μια καλύβα. Εκεί του ξυρίζουν το σβέρκο. Στο ξυρισμένο σημείο του τραβούν δυο χαρακιές με το ξυράφι. Από κει του ρουφούν το αίμα με ένα κέρατο βοδιού που το ’χουν κάνει σα σωλήνα. Αφού του αδειάζουν το αίμα, (κυριολεκτικά), για να μπορεί να αντέξει στον καύσωνα του θεσσαλικού κάμπου, του βάζουν στην πληγή κοπριά ή καπνό. Ο δύστυχος γκέκης, μισολιπόθυμος πια, είναι έτοιμος για δουλειά. Όλη αυτή τη διαδικασία έπρεπε να την υπομείνει αγόγγυστα, ειδάλλως κινδυνεύει να χάσει το «ευεργέτημα» της εργασίας.

Η τροφή που δίνουν οι τσιφλικάδες στους θεριστές είναι προσαρμοσμένη στις συνθήκες του θεσσαλικού κάμπου, πρέπει να βοηθά στην απόδοση όσο το δυνατόν περισσότερης εργασίας, να είναι κατά της πίεσης του αίματος, για να μην πάθουν συγκοπή και να κόβει τη δίψα, για να μη χασομερούν να πίνουν νερό. Έτσι τους φτιάχνουν το γνωστό «σκορδάρι» που είναι ξύδι με κοπανισμένο σκόρδο και στο οποίο ρίχνουν ψωμί και γίνεται «παπάρα», που για τους ταλαιπωρημένους δουλευτάδες φαίνεται χαβιάρι.

«Οι καλλιεργηταί όπως και πρώτα» γράφει ο Δ. Μπούσδρας, «υποχρεούντο να δίδωσιν εις τον γαιοκτήμονα (αφέντην) το τρίτον ή το ήμισυ των παραγομένων καρπών, ενοίκιον διά την βοσκήν των κτηνών, μέγαν αριθμόν ορνίθων και αμνών, ικανήν ποσότητα τυρού, βουτύρου, καυσοξύλων, αιγών, πεπονιών, χόρτου και αχύρου, να στέλλωσιν εν θήλυ μέλος, ίνα ζυμώνη και ψήνη το ψωμί της επιστασίας, λείψανον του δικαιώματος της πρώτης νυκτός: Οι τσιφλικούχοι εξουσίαζον το σώμα των γυναικών και των θυγατέρων των κολίγων… Κατώκουν (σ.σ. οι κολήγοι) εις τρώγλας και πολλοί συνέτρωγον εν την αυτή φάτνη με τους όνους των, θνήσκοντες δε, και με αιμάσσουσαν καρδίαν, ητένιζον τα πέριξ της κλίνης του θανάτου τέκνα των, διότι τα εγκατέλειπον άστεγα… Οσάκις δε υπεδέχοντο τον αφέντην επισήμως, γονυπετείς, εσύροντο, εκτύπων το χώμα με το μέτωπον τρεις φορές και εφίλουν τον αριστερόν πόδα του. Γενικώς δε ειπείν αι μεγάλαι πιέσεις, αι εξαθλιώσεις και αι αφόρηται ταπεινώσεις δίκην μαστιγίου, έπληττον τα νώτα και είχον κάμει τους χωρικούς δέκτας ενός επαναστατικού ευαγγελίου…».

Τέτοια ήταν η κατάσταση και ακόμη χειρότερη. Την περιέγραφαν άλλωστε κορυφαίοι αστοί διανοούμενοι και πολιτικοί της εποχής. Ο Αλ. Παπαναστασίου, για παράδειγμα, σε μια μελέτη του γραμμένη και δημοσιευμένη την άνοιξη του 1910, γράφει ανάμεσα σε άλλα: «Κατά τον επικρατούντα εις την θεσσαλικήν πεδιάδα οικονομικόν οργανισμόν, η κυριότης της γης έχει χωρισθή από την καλλιέργειαν αυτής. Η πρώτη ανήκει εις σχετικώς ολίγους ιδιοκτήτας, η δεύτερα ευρίσκεται εις τας χείρας πολλών γεωργών… Εις την Θεσσαλίαν η κατανομή της παραγωγής μεταξύ καλλιεργητών και ιδιοκτητών ρυθμίζεται κατά το σύστημα της επιμόρτου καλλιέργειας… Το σύστημα τούτο είναι ανεκτό εις πρωτογόνους κοινωνίας και πρωτογόνους αγροτικάς σχέσεις».

Το αγροτικό ζήτημα

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες που ζουν οι κολίγοι, είναι φανερό ότι μια εξέγερση με απρόβλεπτες συνέπειες δεν θα αργήσει να ξεσπάσει.

Αλλά το ζήτημα μιας εξέγερσης δεν είναι το μόνο που απασχολεί τις κάστες εξουσίας στην ύπαιθρο (τσιφλικάδες) και στις πόλεις (αστούς). Είναι απαραίτητη μια αναδιάρθρωση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών με στόχο το προχώρημα της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας και την ενίσχυση της εξουσίας. Από δω ξεκινούν και οι παρατεταμένες διαμάχες, οι συζητήσεις στη βουλή για δεκάδες χρόνια, οι ψεύτικες υποσχέσεις στους αγρότες και τα ημίμετρα που παίρνονταν με διάφορους νόμους.

Από τη μεριά τους οι αγρότες οργανώνονται και κινητοποιούνται δημιουργώντας ένα μόνιμο κίνδυνο για το κράτος. Σ’ αυτό, σημαντική ήταν η συμβολή των πρώτων σοσιαλιστών και αναρχικών που τάχθηκαν υπέρ της απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών, στο πλευρό των καταδυναστευομένων κολίγων. Κι αυτός ο αγώνας δίνει ουσιαστικούς καρπούς. Ενώ παράλληλα οι μικρές εξεγέρσεις προμηνύουν μια επερχόμενη θύελλα.

Ένας από τους μεγαλύτερους υπερασπιστές του δίκιου των αγροτών ήταν και ο Μαρίνος Αντύπας που δολοφονήθηκε από έμμισθο όργανο των τσιφλικάδων στις 9 Μάρτη 1907.

Το «αγροτικό ζήτημα» της Θεσσαλίας παρ’ ότι απ’ τις αρχές του 20ου αιώνα αποτελεί θέμα αιχμής, δεν λύνεται υπέρ του αγροτικού πληθυσμού. Ο «φιλοαγροτισμός» ήταν η μάσκα που φορούσε μια μερίδα των κρατούντων για να δημοκοπήσει και να στερεωθεί στην εξουσία. Οι απαλλοτριώσεις τσιφλικιών γίνονταν με το σταγονόμετρο και χρησιμοποιούνταν κάθε τόσο σαν μέσο δημαγωγίας και εκτόνωσης της οργής του αγροτικού πληθυσμού.

Πριν από την εξέγερση

Τα όσα έχουν προηγηθεί της εξέγερσης και της σφαγής των αγροτών στο μικρό χωριό Κιλελέρ (Κυψέλη) μόνο με την διαδρομή μιας χιονοστιβάδας μπορούν να παρομοιασθούν.

Το έδαφος στη Θεσσαλία ήταν αρκετά γόνιμο για να φυτρώσει, να ριζώσει και να φουντώσει το απελευθερωτικό κοινωνικό κίνημα των κολίγων, που το πολιτικό του πρόγραμμα συμπυκνωνόταν στο σύνθημα της απαλλοτρίωσης και του μοιράσματος της γης. Ένα σύνθημα που λέγεται ότι το έριξε πρώτη η εφημερίδα «Πανθεσσαλική» του Σοφ. Τριανταφυλλίδη, η οποία έβγαινε στο Βόλο από το 1900, αλλά το πρόβαλαν με όλες τους τις δυνάμεις οι ριζοσπάστες και οι σοσιαλιστές της εποχής σαν τον Μαρίνο Αντύπα, που στα 1906 κατέβηκε στη Θεσσαλία και προπαγάνδιζε την ιδέα της απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών, με αποτέλεσμα να τον δολοφονήσουν οι τσιφλικάδες στις 9 Μαρτίου 1907. Τους κολίγους του θεσσαλικού κάμπου ενέπνευσαν, επίσης, και οι απεργίες των βολιωτών καπνεργατών, καθώς και οι αγώνες του Σοσιαλιστικού Κέντρου του Βόλου, ενώ σημαντική επίδραση άσκησε πάνω τους και το κίνημα στο Γουδί (15/8/1909), που ως γεγονός συνέβαλε να εδραιωθεί η πίστη τους στον αγώνα, αν και ως προς τα αιτήματά τους ήταν εντελώς ξένο.

Στις 22 Μάη 1909 ιδρύεται στην Καρδίτσα ο Γεωργικός Πεδινός Σύλλογος με στόχο την προώθηση του αγώνα για τις απαλλοτριώσεις των τσιφλικιών. Τα πνεύματα σιγά-σιγά ωριμάζουν. Η προπαγάνδα και η αγανάκτηση οδηγούν στην οργάνωση.

Στις 16 Σεπτέμβρη 1909 γίνεται στην κεντρική πλατεία της Καρδίτσας συλλαλητήριο του Γεωργικού Συνδέσμου.

Στις 1 Νοέμβρη 1909 ξεσηκώνονται τα χωριά του Πηλίου. Οι αγρότες των χωριών Μηλιές και Μεγάλου Δήμου κάνουν πορεία στο Βόλο με μαύρες σημαίες, ζητώντας να καταργηθεί η δεκάτη του λαδιού που τη θεωρούν πολύ βαρεία και άδικη. Ο έφορος επιμένει να γίνει δημοπρασία για να νοικιαστούν τα δέκατα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να εξαγριώσει πιο πολύ τους χωρικούς (Μηλιώτες, Αγριώτες, Αη-Λαυρεντίτες) οι οποίοι έξαλλοι μπαίνουν στο καφενείο της δημοπρασίας και δεν αφήνουν τίποτα όρθιο. Τραπέζια, καρέκλες, τζάμια, ένας σωρός από σπασμένα. Η αυθόρμητη αυτή ενέργεια των αγανακτισμένων αγροτών ανάβει τα αίματα στο Βόλο. Μια καινούργια εποχή ξανοίγεται γεμάτη ελπίδες, ένας μαχητικός αναβρασμός είναι ο προάγγελος μαχητικών αγώνων με απρόβλεπτες συνέπειες.

Στις 11 Νοέμβρη 1909 γίνεται το πρώτο πανεπαρχιακό αγροτικό συλλαλητήριο στην Καρδίτσα. Είναι η πρώτη πολυπληθής κίνηση των βασανισμένων κολίγων. Το ξεμούδιασμα. Κατεβαίνουν και διαδηλώνουν με συνθήματα όπως: «Κάτω τα τσελιγκάτα», «Κάτω οι στρούγκες», «Ζήτω η αγροτιά».

Στις 29 Νοέμβρη 1909 στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής στους Καμινάδες της Καρδίτσας, γίνεται ιστορική συγκέντρωση του Γεωργικού Συνδέσμου. Αποφασίζεται πως μοναδικός στόχος του αγώνα είναι η απαλλοτρίωση.

Στις 20 Γενάρη 1910 συγκροτείται συλλαλητήριο στην πλατεία της Καρδίτσας. Συμμετέχουν και οι μαθητές του χωριού Πιτσαρί. Αποφασίζεται να οργανωθεί πανθεσσαλικό συνέδριο. Για το σκοπό αυτό στέλνονται αντιπρόσωποι στα διάφορα μέρη της Θεσσαλίας.

Στις 27 Γενάρη 1910 συγκροτείται στο ξενοδοχείο «Ηπειροθεσσαλία» της Λάρισας το γεωργικό συνέδριο όπου συμμετέχουν δήμαρχοι απ’ όλες τις περιοχές.

Στις 7 Φλεβάρη 1910 γίνονται πανθεσσαλικά συλλαλητήρια στα Τρίκαλα, τη Λάρισα και το Βόλο. Όμοια γίνονται στο Βελεστίνο, τα Φάρσαλα, την Καρδίτσα.

Στις 17 Φλεβάρη 1910 η Πανθεσσαλική Επιτροπή, ύστερα από σχετική απόφαση συναντιέται στην Αθήνα στα γραφεία του «Κοινού Θεσσαλών».

Στις 19 Φλεβάρη 1910 η επιτροπή επισκέπτεται τον πρωθυπουργό Δραγούμη και την επόμενη τους αρχηγούς των κομμάτων και τον αρχηγό του στρατιωτικού συνδέσμου Ζορμπά. Η άρνηση όλων είναι κατηγορηματική. Η επιτροπή προτείνει στους Θεσσαλούς βουλευτές να παραιτηθούν αν δεν ψηφιστεί το νομοσχέδιο για τις απαλλοτριώσεις.

Στις 23 Φλεβάρη 1910 η πανθεσσαλική επιτροπή εγκαταλείπει την Αθήνα αφήνοντας μικρή αντιπροσωπεία. Επιστρέφει στη Θεσσαλία για να εκτελέσει την απόφασή της: τη συγκρότηση πανθεσσαλικών συλλαλητηρίων. Από δω και πέρα τον λόγο έχουν οι λευκοί σκλάβοι.

Από τις 26 Φλεβάρη 1910 η Καρδίτσα βρίσκεται σε κατάσταση συναγερμού. Τα ξημερώματα ομάδες καραγκούνηδων έρχονται από τα γύρω χωριά.

Στις 27 Φλεβάρη 1910 ο κάμπος Καρδίτσας-Τρικάλων είναι στο πόδι. Καβαλαραίοι και με τους γκράδες κρεμασμένους στον ώμο εισρέουν οι κολίγοι από τα μακρινά χωριά, κρατώντας μαύρες και κόκκινες σημαίες. Οι αγρότες από το χωριό Καλλιφώνι είναι οι πιο μαχητικοί. Πυροβολούν και απειλούν. Στις έντεκα το πρωί φθάνουν μαζί δυο χιλιάδες έφιπποι αγρότες από τον δήμο Τιτανίου. Οι καμπάνες των εκκλησιών το μεσημέρι χτυπούν ασταμάτητα και η εισροή χωρικών συνεχίζεται. Οι αρχές «τα χρειάζονται». Θέλουν να δείρουν, να συλλάβουν, να φυλακίσουν τους «ταραξίες» αλλά δεν μπορούν… Αρκούνται στη φρούρηση του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας και σε περιπολίες μουδιασμένων χωροφυλάκων. Η πλατεία έχει γεμίσει κόσμο. Γεμίζουν και. οι δρόμοι και το πιο πέρα εξοχικό κέντρο «Παυσίλυπο» μαυρίζει από την αγροτιά. Με πυροβολισμούς και φωνές εκδηλώνουν τον πόθο τους για λευτεριά.

Κάποια στιγμή ρίχνεται η πρόταση να μετακινηθούν, δια της οδού Στρατώνων, προς τη σιδηροδρομική γραμμή και να σταματήσουν την μεσημβρινή αμαξοστοιχία από το Βόλο. Οι αγρότες δέχονται την ιδέα και ξεχύνονται προς την οδό Στρατώνων με τα συνθήματα: «Ζήτω η αγροτική επανάσταση», «Ζήτω η ελευθερία». Προηγούνται οι καβαλαραίοι. Φτάνουν στη σιδηροδρομική γραμμή και οι πιο χεροδύναμοι παίρνουν ξύλα και τραβέρσες και τα ρίχνουν πάνω στις ράγες. Στη μία εμφανίζεται το τραίνο. Οι εξεγερμένοι του κάνουν νόημα να σταματήσει. Όμως ο μηχανοδηγός, λακές της εταιρείας δεν ήθελε να σταματήσει το τραίνο. Οι αγρότες εξαγριώνονται και πυροβολούν την αμαξοστοιχία, ενώ άλλοι την λιθοβολούν. Το τραίνο σταματά τελικά στο ύψος της οδού Στρατώνων. Οι αγρότες καταλαμβάνουν την αμαξοστοιχία, κατεβάζουν κάτω τον μηχανοδηγό και τον κάνουν αγνώριστο από το ξύλο. Ο άλλος οδηγός μόλις και τη γλιτώνει χάρη σε μερικούς χωροφύλακες που τυχαίνει να βρίσκονται εκεί κοντά. Οι πυροβολισμοί έχουν κάνει την αμαξοστοιχία «κόσκινο». Το ντεπόζιτο της ατμομηχανής είναι τρύπιο και το νερό χύνεται.

Στη συνέχεια οι διαδηλωτές επιστρέφουν στην πλατεία. Εκεί αφού γίνονται ομιλίες κάτω από τα συνθήματα «ζήτω η απαλλοτρίωση», «ζήτω η αγροτική επανάσταση», «ζήτω η λευτεριά» εγκρίνεται ψήφισμα–τελεσίγραφο προς την κυβέρνηση.

Την ίδια μέρα γίνεται στα Τρίκαλα αγροτικό συλλαλητήριο, αλλά χωρίς επαναστατικές εκδηλώσεις.

Στους Σοφάδες, από τα χαράματα οι αγρότες είναι στο πόδι. Οι νέοι κρατούν μαύρες σημαίες. Όλοι έχουν κρεμασμένους στον ώμο γκράδες. Τραβούν για το σταθμό και όταν περνά το τραίνο ανεβαίνουν επάνω και πηγαίνουν στην Καρδίτσα χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο.

Στα Φάρσαλα, οι αγρότες βγάζουν διαταγή τη μέρα αυτή να κλείσουνε τα μαγαζιά. Ένας έμπορος και τοκογλύφος που λέγεται Νασιόπουλος, κάνει το ζόρικο! – Άντε ρε παλιοκαραγκούνηδες που θα κλείσω το μαγαζί μου. Όμως βλέπει τις πέτρες βροχή να ’ρχονται καταπάνω του. Μόλις προφταίνει να κρυφτεί, αλλά το μαγαζί του γίνεται καλοκαιρινό.

Η κυβέρνηση Δραγούμη όταν μαθαίνει τα καθέκαστα βγάζει διαταγές να συγκεντρωθεί πολύς στρατός στις τρεις Θεσσαλικές πόλεις. Ύστερα όμως από δυο μέρες, την 1η Μάρτη 1910 άλλο ένα μαντάτο κάνει το γκουβέρνο να τα χάσει. Τετρακόσιοι αγρότες από το χωριό Ορφανά, οπλισμένοι με γκράδες κατεβαίνουν και σταματούν το τραίνο του Λαρισαϊκού, μισή ώρα πέρα από το σταθμό και δηλώνουν πως αν δεν γίνει απαλλοτρίωση θα χαλάσουν τη γραμμή.

Στα χωριά Τσαχμάτ, Κοντού, και Κρύα βρύση Φαρσάλων, οι κολίγοι βάζουν φωτιά στις αποθήκες των τσιφλικάδων! Οι αντιδραστικοί στην Αθήνα πανικοβάλλονται. Έχουν αρχίσει να μιλούν για κρούσματα αναρχίας. Όλη η Ελλάδα μιλά πλέον για τη Θεσσαλική εξέγερση. Οι τσιφλικάδες τα έχουν χαμένα κι αρχίζουν τα διαβούλια. Οι πρεσβευτές της Γαλλίας, Ρωσίας και Αγγλίας έχουν κι αυτοί ανησυχήσει και αρχίζουν τα διαβήματα.

Γίνονται ανακρίσεις και συλλήψεις με την κατηγορία της στάσης. Η αντιπροσωπεία της Πανθεσσαλικής επιτροπής δημοσιεύει πυροσβεστικό ανακοινωθέν στις εφημερίδες.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες αποφασίζεται το αγροτικό συλλαλητήριο στη Λάρισα για τις 6 Μάρτη 1910. Κι ενώ η Θεσσαλία έχει πήξει στο στρατό, οι δήμαρχοι πείθουν τους αγρότες να κατέβουν άοπλοι, στέλνοντας τους σαν πρόβατα στη σφαγή…

Τα γεγονότα του 1910

Κι ενώ οι χωρικοί αποφάσιζαν να διαδηλώσουν ειρηνικά, λίγες ημέρες πριν, οι εφημερίδες της Αθήνας προετοίμαζαν πολεμικό κλίμα. «Κινδυνεύομεν με όσα γίνονται εν Θεσσαλία -έγραφε στην «Εστία» ο Αδ. Κύρου – «να προκαλέσωμεν επέμβασιν εξωτερικήν. Είναι καιρός να συνέλθωμεν και να αντιληφθώμεν ότι δεν είναι καιρός διά πειραματισμούς». Και η εφημερίδα «Αθήναι» του Πωπ συμπλήρωνε: «Η εν Θεσσαλία εξέγερσις, η παράλογος, αλλά και όντως αντιπατριωτική κατά την περίοδον ταύτην του πολιτειακού ημών βίου, πρέπει να περισταλή πάση θυσία…».

Έτσι ξημέρωσε η μέρα του μεγάλου συλλαλητηρίου. Στις 6 (19) Μαρτίου του 1910, ημέρα Σάββατο, πριν καλά-καλά ξημερώσει, οι κολίγοι απ’ άκρη σ’ άκρη της θεσσαλικής γης, με μαύρες και κόκκινες σημαίες, ξεκίνησαν έχοντας ως προορισμό το μεγάλο αγροτικό συλλαλητήριο της Λάρισας. Πρώτοι μπήκαν στην πόλη οι κολίγοι του δήμου Κρανώνος. Ακολούθησαν οι κολίγοι από τους δήμους Συκουρίου και Ογχήστου και κατόπιν από άλλα χωριά, χωρίς να συναντήσουν ιδιαίτερα προβλήματα, αν και ο στρατός είχε κινητοποιηθεί από τα μεσάνυχτα, ενώ οι αρχές της πόλης στο σύνολό τους βρίσκονταν επί ποδός πολέμου.

Οι κολίγοι των απομακρυσμένων περιοχών της Λάρισας θα έρχονταν στην πόλη με το πρωινό τρένο, το οποίο και περίμεναν από πολύ νωρίς στο σταθμό του Κιλελέρ (σημερινή Κυψέλη) και του Τσουλάρ (σημερινή Μελία). Στη Λάρισα συνέρεε πλήθος λαού κι οι χωρικοί των απομακρυσμένων περιοχών κατέβαιναν τραγουδώντας προς τους σταθμούς του τρένου. Σε λίγο η εικόνα θα άλλαζε εντελώς.

Όταν φτάνει το τραίνο από το Βόλο, ανεβαίνουν για να πάνε στη Λάρισα, στη μεγάλη συγκέντρωση. Δεν βγάζουν όμως εισιτήριο: «Τόσο καιρό μας εκμεταλλεύεται και μας γδύνει η Εταιρεία» φωνάζουν, «αυτή τη φορά όμως απαιτούμε να μας πάει δωρεάν στη Λάρισα». Οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι- ύστερα από διαταγή του διευθυντή των θεσσαλικών σιδηροδρόμων Πολίτη, που έτυχε να ταξιδεύει με εκείνη την αμαξοστοιχία- τους ζήτησαν να αποβιβαστούν. Η αποβίβαση έγινε χωρίς αντίσταση. Μα όταν κατεβαίνουν νιώθουν πόσο καταπατήθηκε η αξιοπρέπεια τους. Αρχίζουν να πετροβολούν την αμαξοστοιχία και σπάνε πολλά τζάμια ενώ γιουχάρουν τον Πολίτη.

Ένα χιλιόμετρο πιο κάτω καμιά οχτακοσαριά κολίγοι με κόκκινες σημαίες και με το σύνθημα «Ζήτω η απαλλοτρίωση» σταματούν το τραίνο. Όταν πάνε ν’ ανέβουν χωρίς να πληρώσουν ο Πολίτης αρχίζει να βρίζει «κτήνη, ζώα, παλιάνθρωποι…» Μα οι κολίγοι αγριεύουν, βρίζουν κι αυτοί και αρκετοί σκαρφαλώνουν στο τραίνο. Ο Πολίτης καλεί τον επικεφαλής αξιωματικό των στρατιωτών που μεταφέρονται από τον Βόλο στη Λάρισα και τον διατάζει να επιβάλλει την τάξη γιατί «ο συρμός κινδυνεύει από τις αναρχικές επιθέσεις αυτών των κτηνών». Ο καραβανάς διατάζει τους φαντάρους να πυροβολήσουν. Όμως τώρα οι κολίγοι ούτε φοβούνται ούτε τα χάνουν. Μια και δεν έχουν όπλα παίρνουν πέτρες και τις ρίχνουν στο τραίνο. Οι τσολιάδες πυροβολούν. Δυο αγρότες (Αθ. Νταφούλης και Αθ. Μπόκας) πέφτουν νεκροί. Το τραίνο απομακρύνεται μισοκατεστραμμένο από τον πετροπόλεμο.

Το τρένο αγκομαχώντας έφτασε στο σταθμό Τσουλάρ, όπου κι εκεί βρίσκονταν συγκεντρωμένοι κολίγοι για το συλλαλητήριο, αλλά δεν σταμάτησε να τους πάρει. Νέα ένταση. Η οργή των κολίγων στο κατακόρυφο. Οι τσολιάδες από τα παράθυρα πυροβολούν και πάλι. Δύο ακόμη αγρότες ξαπλώνονται στη γη και πολλοί άλλοι τραυματίζονται. Το αίμα κυλάει άφθονο.

Η είδηση της αιματοχυσίας δεν άργησε να φτάσει στους συγκεντρωμένους στη Λάρισα. Οι σκλάβοι της γης διαμαρτύρονται, φωνάζουν εναντίον των δολοφόνων, ζητούν γη και δικαιοσύνη. Ο υπίλαρχος Χρυσής διατάζει να πυροβολήσουν και οι δυνάμεις καταστολής χτυπούν στο ψαχνό. Ένας αγρότης πληγώνεται. Την ίδια στιγμή τρεις καβαλαραίοι στρατιώτες πέφτουν από τα άλογα τους ενώ ο Χρυσής πληγώνεται κι αυτός.

Η μάχη κρατά είκοσι λεπτά. Οι αγρότες σπάνε τις αλυσίδες των στρατιωτών και ενώνονται στην πλατεία. Νέα επέλαση του ιππικού, πληγώνονται κι άλλοι αγρότες. Το ιππικό δειλιάζει. Ένας επικεφαλής αξιωματικός διατάζει: «Κτυπάτε τα σκυλιά, τους αναρχικούς». Κι άλλοι πυροβολισμοί. Μια πέτρα βρίσκει τον αξιωματικό και του αχρηστεύει το χέρι. Οι χωρικοί προχωρούν. Περνούν από το ξενοδοχείο του Κολιόπουλου. Σπάζουν τα τζάμια και εισβάλλουν με κραυγές στην πλατεία Θέμιδος. Ο Πήχεων επικεφαλής του ιππικού διατάζει νέα επέλαση. Νέος πετροπόλεμος. Οι κολίγοι κτυπούν με ό,τι βρίσκουν, αμύνονται, επιτίθενται, ζητωκραυγάζουν. Ακόμα δεν έχει μεσημεριάσει. Την ίδια ώρα μπαίνουν στη Λάρισα καμιά χιλιάδα κολίγοι που έρχονται από τα απέξω μακρινά χωριά, από το Νεμπεγλέρ. Μόλις μαθαίνουν τα νέα ορμούν με σφιγμένες γροθιές, με σανίδες και ξύλα από τους φράχτες και τις σκαλωσιές, πλησιάζουν τους αγρότες που πάνω από ώρα αγωνίζονται να σπάσουν τις ζώνες του ιππικού. Το ιππικό επιχειρεί κι άλλη επέλαση. Οι πέτρες πέφτουν βροχή. Μόλις οι πρώτοι αγρότες φτάνουν στο ξενοδοχείο «Πανελλήνιο» ο λόχος του μηχανικού διατάζει πυρά ομαδόν. Όμως πολλοί στρατιώτες διστάζουν. Ο νομάρχης, ο αστυνόμος και ο φρούραρχος βλέπουν τα σκούρα. Πριν γυρίσουν τα πράγματα ανάποδα διατάζουν το στρατό να πάψει να πυροβολεί. Στην πλατεία ένα-δυο πολιτικάντηδες προσπαθούν να βγάλουν λόγο. Μα τη φόρα τους την κόβει το μανιασμένο πλήθος της αγροτιάς: «Δεν θέλουμε λόγια σήμερα, αύριο τα λέτε που θα ’ρθουμε πάλι και θα ’ρθουμε με τους γκράδες. Ας όψεσθε σεις οι δήμαρχοι που μας πήρατε στο λαιμό σας. Καλά θέλαμε εμείς να κατεβούμε με τους γκράδες μα δεν μας αφήσατε και μας φέρατε εδώ για να μας σκοτώσουν και να μας σφάξουν τα σκυλιά…».

Ο νομάρχης, ο αστυνόμος και ο φρούραρχος, βλέποντας πως δεν είναι εύκολη υπόθεση η επιχείρηση καταστολής των αγροτών, ύστερα από πολλή ώρα μάχης, διατάσσουν τον στρατό να σταματήσει το πυρ. Έτσι το συλλαλητήριο θα καταλήξει με την έγκριση του παρακάτω ψηφίσματος που στάλθηκε τηλεγραφικώς στην Αθήνα, στην κυβέρνηση και τη βουλή: «Άπας ο γεωργικός λαός Λαρίσης συνελθών πανοικεί σήμερον Λάρισαν ίνα εκφράση βαθύν πόνον και πικρόν παράπονον διά την μη υποβολήν και επιψήφισην του νόμου περί απαλλοτριώσεως των τσιφλικίων και προικοδοτήσεως γενναιοτέρας του Γεωργικού Ταμείου

α π α ι τ ε ί

α) Την άμεσον επιψήφισιν του νομοσχεδίου περί απαλλοτριώσεως των τσιφλικίων και διανομήν των Ζαππείων κτημάτων.

β) Την γενναιοτέραν προικοδότησιν του γεωργικού ταμείου διά της διαθέσεως του όλου φόρου των αροτριώντων κτηνών και παντός ό,τι νομίζει η Κυβέρνησις καλύτερον.

γ) Εκφράζει την βαθείαν λύπην και οδύνην του διά την εκ μέρους των αρχών της Πολιτείας άδικον επίθεσιν κατά του φιλησύχου και νομοταγούς λαού, ης θύματα υπήρξαν άοπλοι και λευκοί σκλάβοι της Θεσσαλίας».

Τις επόμενες μέρες άγρια τρομοκρατία επικρατεί αλλά και οι κολίγοι έχουν καταλάβει πως με το κράτος, την κυβέρνηση και τα όργανα της εξουσίας δεν μπορούν να μιλήσουν παρά μόνο μια γλώσσα: αυτή της εξέγερσης και της βίας ενάντια στη βία των κρατούντων.

Μετά το μακελειό της 6ης Μαρτίου του 1910 η κυβέρνηση του Στ. Δραγούμη αντεπιτίθεται με διώξεις και φυλακίσεις. Τα συλλαλητήρια χαρακτηρίζονται «έκνομες ενέργειες στρεφόμενες κατά του καθεστώτος». Συνολικά παραπέμπονται σε δίκη (που γίνεται των Ιούνη της ίδιας χρονιάς στην Αθήνα) 62 άνθρωποι σε δυο ομάδες που όμως αθωώθηκαν. Κανένας από τα όργανα του κράτους δεν διώκεται, έστω για τα μάτια, για τους φόνους και τους τραυματισμούς των κολίγων. Το κράτος για μια ακόμα φορά προσπάθησε να συγκαλύψει τα εγκλήματά του με δίκες σκοπιμότητας χρησιμοποιώντας τη βία των νόμων…

Το αγροτικό κίνημα μετά το Κιλελέρ φούντωσε σε όλη την Ελλάδα και λίγα χρόνια αργότερα ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να δημοσιεύσει διάταγμα για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών.

Πηγές

  • Γιώργος Πετρόπουλος
  • Μαρίνος Αντύπας: «Προς τον λαόν και άλλα κείμενα», Βιβλιοθήκη Ελλήνων Ριζοσπαστών και Σοσιαλιστών, εκδόσεις «Κούριερ», σελ. 56-57.
  • Χρ. Βραχνιάρη: «Ανάμεσα σε δύο εξεγέρσεις: Κιλελέρ 1910 – Τρίκαλα 1925», εκδόσεις «Αλφειός», Αθήνα 1985, σελ. 61.
  • Δ. Μπούσδρας: «Η Απελευθέρωσις των Σκλάβων αγροτών», εν Αθήναις 1951, σελ. 1-2.
  • Αλέξανδρος Παπαναστασίου: «Μελέτες – λόγοι – άρθρα», έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Α.Τ.Ε., τόμος Α΄, σελ. 61.
  • «Η εξέγερση του Κιλελέρ», έκδοση της Κ.Ε. του Α.Κ.Ε., σελ. 11-12.
  • Γ. Κορδάτου: «Ιστορία του αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα», εκδόσεις Μπουκουμάνη, σελ. 149.
  • Γ. Κορδάτος: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις «20ός αιώνας», τόμος XIII, σελ. 187.
  • Γ. Καρανικόλα: «Κιλελέρ», εκδόσεις «Θουκυδίδης», σελ. 219-220 και Γ. Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 193.
  • tvxs
  • Εφημερίδα «Ριζοσπάστης»
  • Εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας
  • 7ο γυμνάσιο Λάρισας
  • «Σαν σήμερα»
  • Εφημερίδα «Διαδρομή Ελευθερίας», φ. 23, Μάρτιος 2004.

 

Σχολίασε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *