Μια ομιλία του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη

Από εκδήλωση για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, με εισηγητές τον Στράτο Δορδανά («Αντίσταση και συνεργασία στη γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη»), τον Ευάγγελο Χεκίμογλου («Πτυχές της απελευθέρωσης – 1944: Ο ανύποπτος Σουηδός και ο επίμονος ταβερνιάρης») και Σπύρου Κουζινόπουλου («Πώς ο ΕΛΑΣ έσωσε τη Θεσσαλονίκη από τους ναζί τη μέρα της απελευθέρωσης»), δημοσιεύουμε τη συγκλονιστική ομιλία του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη με τίτλο «Η ιστορία γράφεται με ανυπακοή»:

 «Αδέρφια, συμπολίτες, το σύνθημά μας “θάνατος στον φασισμό, λευτεριά στον λαό” έγινε πραγματικότητα. Η περίφημη πόλη μας, που επί τέσσερα χρόνια στέναζε κάτω από τη φασιστική μπότα, μα ποτέ δεν έπαψε να αντιστέκεται, είναι επιτέλους ελεύθερη. Ζήτω η ελεύθερη Ελλάδα! Ζήτω η λευτεριά! Ζήτω η αδούλωτη Θεσσαλονίκη! Ζήτω οι απελευθερωτές του ΕΛΑΣ! Για την ευτυχισμένη και πολυπόθητη αυτή μέρα έχυσαν το αίμα τους και θυσιάστηκαν τα πιο ακριβά παλικάρια και κορίτσια της πόλης μας. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τους τολμηρούς και ανδρειωμένους που με τη ζωή τους μας έδειξαν τον δρόμο της λευτεριάς, αιώνια τιμή και δόξα στους ήρωές μας…» (Στέλιου Γεωργιάδη, Θεσσαλονίκη ανυπότακτη πόλη, 1995, σελ. 292).

Το χαρμόσυνο αυτό γεγονός αναγγέλλουν με το χωνί τους στους ξαγρυπνισμένους κατοίκους της μαρτυρικής αλλά ανυπότακτης Θεσσαλονίκης δύο ΕΠΟΝίτισες σκαρφαλωμένες στη στέγη ενός σπιτιού στην Άνω Πόλη.

Τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας, έγραφε το 1843 ο Μαρξ, αποτελούν πρόκληση «για στοχασμό και συσπείρωση της σκεπτόμενης και βασανισμένης ανθρωπότητας», τονίζοντας παράλληλα ότι, «για να εργαστούμε θετικά για τη διαμόρφωση του καινούργιου κόσμου, πρέπει να ρίξουμε άπλετο φως στον παλιό». Σ’ αυτό φιλοδοξεί να συμβάλει με τη σημερινή της εκδήλωση η δημοτική μας κίνηση, αγαπητοί/ές συμπολίτες/σες και σεβαστοί/ές αγωνιστές/τριες της αντιφασιστικής αντίστασης που μας τιμάτε με την παρουσία σας.

«Αρχίζεις να διαλύεις έναν λαό αφαιρώντας τη μνήμη του. Καταστρέφεις τα βιβλία του, την κουλτούρα και την ιστορία του. Έπειτα, άλλοι γράφουν βιβλία γ’ αυτόν, του προσφέρουν μια άλλη κουλτούρα και επινοούν μια άλλη ιστορία. Στη συνέχεια ο λαός αρχίζει σιγά-σιγά να ξεχνά ποιος είναι και τι ήταν. Γι’ αυτό η πάλη της μνήμης εναντίον της λήθης δεν είναι παρά η πάλη του ανθρώπου εναντίον της εξουσίας» (Μίλαν Κούντερα, Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης, 1979).

«Η ιστορία γράφεται με ανυπακοή». Στο σύνθημα αυτό που έχει κατακτήσει διαχρονικά την ετυμηγορία της ιστορίας, συμπυκνώνονται και ζωντανεύουν όλα τα «μαθήματα» από την απελευθέρωση-σωτηρία της μαρτυρικής, ανυπότακτης Θεσσαλονίκης από τα νύχια των Ναζί και των Ταγματαλητών, σαν σήμερα, πριν 69 χρόνια, από τον ΕΛΑΣ.

Γιατί «ξέσχισαν τον Δούρειο Ίππο της Καζέρτας» κατά την έκφραση του Μάρκου Βαφειάδη, αλλά και τη συμφωνία της Λισαβώνας που «το τίμημά της ήταν να παραχωρηθεί η Θεσσαλονίκη από τους Γερμανούς στους Άγγλους, ώστε να μπορέσουν να την καταλάβουν αμαχητί και μ’ αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα να περιέλθει στο δυτικό στρατόπεδο» (συνέντευξη του φον Σπέε στον Β. Μαθιόπουλο το 1976 στη Χαϊδελβέργη – Η ελληνική αντίσταση 1941-44 και οι σύμμαχοι, 1994).

Το τέλος της γερμανικής κατοχής στη Μακεδονία είχε διαφανεί ήδη από το καλοκαίρι του 1944, όταν η Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ υπό τον στρατηγό Ευριπίδη Μπακιρτζή, απελευθέρωνε τη μία μετά την άλλη τις πόλεις της Δ. Μακεδονίας. Η απελευθέρωση της Αθήνας και του Βελιγραδίου έκανε τους Σαλονικιούς να νιώθουν πως και τα δικά τους δεινά έφταναν στο τέλος. Έτσι, παρά τις άνωθεν εντολές, η ιστορική απόφαση του Μάρκου Βαφειάδη και του Ευριπίδη Μπακιρτζή να προελάσουν προς τη Θεσσαλονίκη αποδείχτηκε σωτήρια για την πόλη, καθώς όχι μόνο γλίτωσαν τις υποδομές της (λιμάνι, ηλεκτρικές εταιρίες, υδραγωγεία, αλευρόμυλους κλπ.) από την καταστροφή, αλλά και τη διαφύλαξαν από το να υποστεί τα δικά της «Δεκεμβριανά». Επιπλέον, τόσο οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ στο στρατιωτικό πεδίο όσο και εκείνες του ΕΑΜ στο πολιτικό-κοινωνικό, ανέλαβαν με επιτυχία το τιτάνιο έργο της μετάβασης από τη σκλαβιά στην ελευθερία, τουλάχιστον έως την επάρατη συμφωνία της Βάρκιζας -βούτυρο στο ψωμί των λουφαγμένων της «εθνικοφροσύνης» και των δωσίλογων. Γι’ αυτό και δεν θα διστάσουν να αιματοκυλίσουν τις εκδηλώσεις για την πρώτη επέτειο της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί. Σκοτώνουν έναν 25xρoνo κουρέα και τραυματίζουν άλλα 12 άτομα. Όχι μόνο δεν συλλαμβάνεται και δεν τιμωρείται κανείς, αλλά και θάβουν για δεκαετίες ολόκληρες ως μη «εθνικώς ορθή» την ίδια την επέτειο της απελευθέρωσης!

Έπρεπε να περάσουν 37 χρόνια για να τιμήσουν οι Θεσσαλονικείς την επέτειο της «απολυτρώσεως» της πόλης με πρωτοβουλία του αριστερού δήμαρχου Θανάση Γιαννούση και τη συμμετοχή των αριστερών δημάρχων Σταυρούπολης, Αμπελοκήπων και Ευόσμου. Την παρακαταθήκη αυτή θα συνεχίσει μέχρι το 1986 και ο κατοπινός δήμαρχος Θεοχάρης Μαναβής, ενώ επί δημαρχίας Σ. Κούβελα παύει κάθε εορτασμός της «ενοχλητικής» αυτής  επετείου. Το υπουργείο Β. Ελλάδος και η ΤΕΔΚ συνεχίζουν να τιμούν την επέτειο, ώσπου μετά το 1989 σβήνεται από το δημοτικό εορτολόγιο. Έκτοτε ο κατ’ ευφημισμόν εορτασμός εξαντλείται σε μια τυπική τελετή στο ηρώο του Γ΄ Σ.Σ.

Σήμερα, 69 χρόνια μετά, με τα βλαστάρια των Ναζί, των Ταγματαλητών και των χουντικών στη βουλή ή προφυλακισμένα, δεν θα βρείτε στον κεντρικό δήμο της πόλης κανένα δρόμο με την ιστορική ημερομηνία «30/10/1944» ή με τα ονόματα των απελευθερωτών της. Ούτε θα δείτε το πορτρέτο του πρώτου δημάρχου της απελευθερωμένης Θεσσαλονίκης, του αντιστασιακού καθηγητή του ΑΠΘ Δημήτρη Καβάδα, ανάμεσα στα πορτρέτα των δημάρχων της πόλης που είναι αναρτημένα έξω από την αίθουσα του δ.σ. Αντίθετα θα δείτε να φιγουράρουν, με απόφαση του χουντικού Δ.Σ.Θ. και την ανοχή των κατοπινών, τα ονόματα όσων προϋπάντησαν, συνεργάστηκαν και κατευόδωσαν τους τυράννους της φαιάς πανούκλας, όπως οι κατοχικοί δήμαρχοι Κ. Μερκουρίου και Γ. Σερεμέτης.

Έστω και με καθυστέρηση 69 ετών, το Δ.Σ.Θ., αποκαθιστώντας την ιστορική αλήθεια για την πόλη μας, πρέπει να ακυρώσει τις κατάπτυστες αυτές ονοματοδοσίες και να κοσμήσει τους δρόμους της πόλης με τα ονόματα των απελευθερωτών της. Μια τέτοια απόφαση, πέρα από τον προφανή συμβολισμό της, θα αποτελεί και ένα πολιτικό όπλο απέναντι στη νεοναζιστική πανούκλα που κατοικοεδρεύει και στα έδρανα της βουλής, αλλά και σε ανθρώπους ή νοσταλγούς της χούντας που βρίσκονται σε κρίσιμα δημόσια πόστα.

Να κλείσω με την υπόσχεση να γιορτάσουμε του χρόνου τα 70 χρόνια της λύτρωσης της πόλης από τη ναζιστική τυραννία, μετονομάζοντας την παραλιακή «λεωφόρο Νίκης» σε «λεωφόρο αντιφασιστικής νίκης 30 Οκτωβρίου 1944», όπως θυμίζει η ταμπέλα που κρατώ (σ.σ. φωτο). Οργανώνοντας παράλληλα μια μεγάλη αντιφασιστική διαδήλωση με κατάληξη τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, απ’ όπου ξεκινούσαν τα τρένα του θανάτου για τους συμπολίτες μας μάρτυρες του ολοκαυτώματος.

Γιατί, όπως έγραψε ο επιζών του Ολοκαυτώματος Ελί Βιζέλ «ο δήμιος σκοτώνει πάντα δύο φορές, τη δεύτερη με τη λήθη».

 

 

 

 

 

 

Τέσσερα κείμενα για την τέχνη και τους τεχνίτες

Μερικές ιστορικές αλήθειες, έτσι όπως καταγράφονται σε κείμενα ανθρώπων που τις διέσωσαν ή τις μετέφεραν ως τις μέρες μας, έχουν το δικό τους ειδικό βάρος. Ιδίως στην ιστορική αποκατάσταση πολλών στοιχείων που έχουμε ατάκτως ερριμμένα στο μυαλό μας. Σταχυολογούμε τέσσερα ενδιαφέροντα και καταδεικτικά κείμενα:

-«Ανεβαίνοντας ένα-ένα τα σκαλοπάτια της πνευματικής ιστορίας, βλέπουμε γενιές και άτομα να μην αυτοκατανοούνται και ακόμα να αντικρίζονται εχθρικά από ακαταληψία, από παρεξήγηση, από άρνηση ή από βαθύτερη σύγκρουση και διάσταση. Έτσι βλέπουμε τον Αριστοτέλη να μιλάει για τον Αισχύλο σαν για έναν “που επεχείρησε να γράψει τραγωδία” και τον Μπεν Τζόνσον να βλέπει τον Σαίξπηρ σαν έναν “που ήξερε ολίγα λατινικά και δεν είχε είδηση από αρχαία ελληνικά”. Αλλά μήπως ο Μπετόβεν και ο Χέλντερλιν, δεν ήσαν δυο άνθρωποι “που χαλούσαν το κέφι του Γκαίτε, αν και τους θαύμαζε με τρόμο”; Μήπως ο πολύς Σαιντ Μπεβ δεν έκλεισε την πόρτα του σπιτιού του στον Μποντλέρ, αφού πρωτύτερα του είχε κλείσει την πόρτα της “Λογοτεχνίας”, όπως το είχε κάνει και στον αγνό Γεράρδο ντε Νερβάλ; Μήπως ο ίδιος δεν έβαλε πιο πάνω τον Φλομπέρ και κάποιον Φρομεντέν -όπως τα ξεσκεπάζει ο Τιμποντέ- από τον Μπαλζάκ και τον Σταντάλ και τους θεωρούσε “κατασκευαστές”; Και ο Ρεμπό και ο Απολινέρ, τι να ήσαν άραγε; Ο πρώτος ήταν ένα τέρας, που ήθελε ν’ ανατινάξει το Λούβρο και ο δεύτερος επεχείρησε ν’ ανάψει την σόμπα του με τα κολλαριστά μανικέτια ενός αγαθού αστού. Αυτή ήταν η γνώμη των “συγχρόνων”. Ο Σεζάν “δεν ήξερε να ζωγραφίζει”. Ο Μαγιακόφσκι εμιμείτο τον Ολιβιέ Κρόμβελ και φώναζε: “όπου συναντήσω τον Πούσκιν θα τον φονεύσω”. Όσο για το δικό μας τον Καβάφη “αυτός ήταν ένας χαλβατζής” κατά την γνώμη του μακαρίτη Πέτρου Βλαστού. Μη χειρότερα λοιπόν. Ας έχουμε υπομονή και ας μη βαρυγκωμούμε. Δεν πάει άλλωστε πολύς καιρός που ελέχθη εδώ, μεταξύ εννοείται χρονογράφων του καθημερινού Τύπου, πως: “ο Σικελιανός δεν είναι ποιητής”. Εξαίσια! Και για τον Σολωμό οι δημοσιογράφοι τότε δεν είχαν διαφορετική γνώμη».

Γιάννης Σφακιανάκης, «Φιλολογικά Χρονικά», 1 Ιουνίου 1944

 

-«Ένα γαλλικό περιοδικό δημοσιεύει ανέκδοτες σκέψεις του Βίκτορος Ουγκό. Ιδού τρεις εξ αυτών:

-“Ο κ. Ε. μου έλεγε χθες: «Ο Αλέξανδρος Δουμάς κατέστρεψε το ταλέντο του, κατέστρεψε τη φήμη του, κατέστρεψε το μέλλον του. Τώρα καταστρέφει και τον γιο του».

-Εις το κοντινό άλσος κάτι μουσικοί κάμνουν πολύ θόρυβο. Με βεβαιώνουν ότι είναι μια συμφωνία, ότι τη συνέθεσε ένας Γερμανός ονόματι Μέντελσον κι ότι αυτός ο σαματάς τιτλοφορείται Ρουί Μπλας (σσ. το γνωστό δράμα του Ουγκό). Είναι σκληρό να σε γδέρνει ο Μαρσύας. Τίποτε δεν με εξοργίζει όσον η μανία που έχουν μερικοί μουσικοί να μελοποιούν ωραίους στίχους. Επειδή η τέχνη των μουσικών είναι τέχνη ατελής, εννοούν σώνει και καλά να συμπληρώνουν την ποίηση, η οποία είναι τέχνη τέλεια.

-Οι εκδότες των “Μετά θάνατον απομνημονευμάτων” του Σατοβριάνδου έστελναν κάθε τόσο εις το σπίτι του και ερωτούσαν αν είχε πράγματι πεθάνει”».

«Ο Αθηναίος», «Καθημερινή», 8 Μαρτίου 1950

 

-«Αριστοφάνης και Λουκιανός σατίρισαν ως ανήθικο τον Σωκράτη, την αιωνία πηγή ψυχικής αγνότητος! Ο Θουκυδίδης περιφρονούσε τον Ηρόδοτο και ο Πλάτων θεωρούσε τον Όμηρο κακοήθη. Φανταστείτε: Ο Όμηρος κακοήθης! Ο Βολτέρος δεν μπορούσε να χωνέψει τον Πίνδαρο. Ο Ρισελιέ έβρισκε πως ο Κορνήλιος, ο μεγάλος τραγικός, ήταν γελοίος ποετάστρος. Ο Νίτσε θεωρούσε όλους τους φιλοσόφους του κόσμου και όλων των αιώνων μωρούς και ηλίθιους, ο δε Τολστόι έκρινε τον Σαίξπηρ ως αγράμματο και πολύ κακό δραματικό συγγραφέα. Μα εκείνος που κακοπέρασε εξαιρετικά από την ανηλεή κριτική γλώσσα του ήταν ο Δάντης, ο αθάνατος δημιουργός της Θείας Κωμωδίας. Λίγα χρόνια πριν πεθάνει ο Τολστόι, κάποιος Ιταλός δημοσιογράφος τον επισκέφθηκε στη Γιανσάια Πολιάνα. Αφού συζήτησαν για πολλά ο δημοσιογράφος τον ρώτησε τι ιδέα είχε για τον Δάντη. Ο Τολστόι έδειξε κάποια δυσφορία για την ερώτηση: “Για ποιον Δάντη μού μιλάτε;”. “Για τον Αλιγκιέρι”. “Για τον Αλιγκιέρι; Μα για ποιον Αλιγκιέρι; Πρώτη φορά στη ζωή μου ακούω αυτό τ’ όνομα!” Εν συνεχεία δόθηκαν οι δέουσες εξηγήσεις και ο Τολστόι είπε: “Α, τον Δάντη. Δεν μπορώ δυστυχώς να ‘χω καμιά γνώμη για το έργο του, γιατί κάθε φορά που έπιασα να το διαβάσω στάθηκε αδύνατον να προχωρήσω πέρα από την πρώτη σελίδα. Τι ύφος πλαδαρό! Τι κρύα και άψυχα πράγματα! Απορώ μα την αλήθεια τι του βρίσκουν και τον θεωρούν μεγάλο ποιητή!”».

«Μπουκέτα», Πανηγυρική έκδοση, 1928

 

-«Κάποιοι συνθέτες δεν παρέλειψαν στον καιρό τους να διασταυρώσουν τα ξίφη τους και να κοσμήσουν τους ομότεχνους με δηλητηριώδεις φιλοφρονήσεις, συνθέτοντας ένα πλούσιο ανθολόγιο εμπάθειας. Ο Χέντελ για τον Γκλουγκ: “Θα ήταν μεγάλος συνθέτης, αν ο δάσκαλος του τού τις έβρεχε στα οπίσθια”. Ο Μπετόβεν για τον Ροσίνι: “Πρόκειται για έναν προφανώς παράφρονα”. Ο Μπερλιόζ για τον Βάγκνερ: “Είναι ένας θορυβοποιός”. Ο Σοπέν για τον Μπερλιόζ: “Λιπαρά  αποφάγια από το τραπέζι του Βάγκνερ”. Ο Μπραμς για τις συμφωνίες του Μπρούκνερ: “Ο ήχος ενός κυμβάλου στον Λιστ έχει περισσότερο συναίσθημα απ’ ό,τι όλες οι συμφωνίες και οι σερενάτες του μαζί”. Ο Χούγκο Βολφ για τον Μπραμς: “Μόνο ένας ψυχίατρος μπορεί να τον σώσει”. Ο Ρίχαρντ Στράους για τον Σόνμπεργκ: “Δεν είναι συνθέτης είναι ένας κλεπτομανής”. Ο Στραβίνσκι για τον Μπρίτεν: “Ο μάγειρας μου σκαμπάζει περισσότερο από αντίστιξη παρ’ ό,τι αυτός”. Η απαρίθμηση δεν έχει τέλος. Αν πάρουμε στα σοβαρά τις κρίσεις-εκτιμήσεις των μεγάλων συνθετών, θα πρέπει να θεωρήσουμε πως όλο το κατατεθειμένο μουσικό corpus των τελευταίων τριών αιώνων αποτελείτο από ένα συνονθύλευμα “εκκεντρικών μελωδιών”, “θορύβων”, “μουσικών εκτός τόνου”, “ροζ γλειφιτζουριών”, που έγραψαν “θλιβεροί μουζικάντηδες”, “Ελβετοί ωρολογοποιοί”, “ατάλαντοι μπάσταρδοι”, “κλεπτομανείς και παράφρονες” σε “φεγγαρίσια άσυλα”. Αιμοσταγή μαχαίρια σε κλίμακα μείζονα, φάλτσες κορόνες στις πιο υψηλές νότες, μεγάλες διαφωνίες που εκφράζονται με κακεντρεχή μικρότητα, οξύφωνες συγχορδίες ύβρεων, πεντάγραμμες διαγραφές. Μπροστά σε τέτοιες φαρμακερές λέξεις και εγχειρίδιες φράσεις, το πραγματικό δηλητήριο του Σαλιέρι (αν υπήρχε) φαντάζει αγγελικό καταπότι. Ας λησμονήσουμε τα λόγια τους κι ας ανοίξουμε τ’ αυτιά μας στο μόνο σημαντικό: τα έργα τους!».

Γιάννης Ευσταθιάδης, «Καθημερινή», 15 Αυγούστου 1999

 

 

 

 

 

 

Πούρναλικ

«Πούρναλικ: απαγορευμένη περιοχή για φασίστες… Γκέγκε;» γράφει εύγλωττα και ηχηρά το σύνθημα. Δεν ξέρουμε αν ισχύει, είναι πάντως μια όαση παρηγοριάς απέναντι στον επελαύνοντα φασισμό…