Βους πλέκων ιάμβους

Καθόταν στην ξερολιθιά μόνο το τσεκελέτο

μουρμούραγε και έλεγε και πικροτραγουδούσε

με τα σπαστά ελληνικά και τα σπαστά “πιστεύω”

που όλο στα δυο τα δίπλωνε και τα ‘θαβε στο χώμα:

Βους πλέκων ιάμβους

Τι να ‘ναι ο αχός που γίνεται κι η ταραχή η μεγάλη

μες στην πλατεία του χωριού κάτω απ’ τα πλατάνια;

Βους πλέκων ιάμβους

Τι στεναχώρια είν’ αυτή, μου έρχεται να σκάσω!

ψιθύριζε ο Τζερόνιμο κι ολημερίς βογκούσε

μπαινόβγαινε στις αίθουσες ψάλλοντας λυπημένα

ή άλλαζε τροπάριο και έριχνε καντήλια.

Βους πλέκων ιάμβους

Μάγκες κι άλλο τριήμερο! Εμπρός γκάζι φορτσάτο

τίποτε δεν μας συγκινεί, άντε και άσπρο πάτο.

Εμείς να είμαστε καλά, ωχ μωρέ δε βαριέσαι

τίποτα πια δε γίνεται όσο και να χτυπιέσαι.

Βους πλέκων ιάμβους

-Τι έχει η βλαχιά, τι η γυφτιά, τι έχουν γιοι και κόρες

και τα καλά τους βάζουνε και στα σχολειά τραβάνε;

Μπας άνοιξαν τις Κυριακές στη μάθηση δια βίου;

Βους πλέκων ιάμβους

Θα φτιάχνω σαν έχω καιρό δεκαπεντασυλλάβους

για να γελάς, να οργίζεσαι, να σκέφτεσαι αναγνώστα!

Άλλοτε θα τους κοπανώ κι άλλοτε θα θωπεύω

φορείς, δημάρχους, πράματα, Αλέξη, Γιώργο, Κώστα.

Βους πλέκων ιάμβους

Έτη πολλά παρατηρώ την ίδια ιστορία

τρώγοντας σπόρια, μειδιών πίσω απ’ τη τζαμαρία

και διασκεδάζω αφάνταστα με το χιλιοπαιγμένο

έργο –δεν βαρεθήκατε;- σαθρό και τετριμμένο.

Βους πλέκων ιάμβους

Πάνω στης Πίνδος τα βουνά, κάτω στην Ελασσόνα

στις κόχες του Ταΰγετου, στις τάπιες της Ροδόπης

στου Ψηλορείτη τις σπηλιές, στου Μπράλου τα ρουμάνια

στου Αχελώου την εκτροπή, στης Πάρνηθας τις στάχτες